από το ξάφνιασμα προς το(ν) ξένο μέχρι το ρατσισμό

Η παλιά πόλη της Σάναα (πρωτεύουσα της Υεμένης) δεν είχε πολλούς ξένους κατοίκους. Στους τέσσερις μήνες που έμεινα το καλοκαίρι του 2009 είδα μια μόνο γυναίκα ξένη που κυκλοφορούσε χωρίς μπούργκα στα στενά της μαγευτικής αυτής πόλης. Τη δεύτερη φορά που συναπαντηθήκαμε τη χαιρέτησα και με χαιρέτησε και ήμουν αποφασισμένη όταν θα την ξανασυναντούσα να της πιάσω την κουβέντα. Αλλά δεν ξαναβρεθήκαμε. Ο ξένος κάτοικος (δηλ. μη τουρίστας) ήταν κάτι σπάνιο. Ίσως να ήμουν μόνο εγώ. Οι φιλόξενοι κάτοικοι της παλιάς πόλης σε καμιά φάση δεν με έκαναν να αισθανθώ άβολα. Δεν ήμουν μία από αυτούς και μου το καθιστούσαν σαφές. Ήμουν κάτι ξεχωριστό, κάτι ξέχωρο, που όμως μπορούσα να έχω μια ισότιμη σχέση μαζί τους που ανακαλύπταμε παρέα τα όρια και τις δυνατότητές της.

Ωστόσο συνέβαινε κάτι ενδιαφέρον: ποτέ κανένα μωρό δεν είχε θετική αντίδραση απέναντί μου. Αν έμενα σε απόσταση απλά με κοιτούσε περίεργα. Αν έκανα να πλησιάσω άρχιζε να κλαίει. Όχι απλά γιατί ήμουν μια γυναίκα που δεν ήξερε (τα παιδιά στην παλιά πόλη της Σάναας μεγαλώνουν κοινοτικά, στην αγκαλιά πολλών γυναικών), αλλά γιατί ήμουν ξένη. Το συζητούσαμε με τους γείτονές μου που είχαν παρατηρήσει κι εκείνοι με έκπληξη αυτή την αντίδραση. Ποιο στοιχείο μου ήταν αυτό που τρόμαζε τα μωρά; Πολλές γυναίκες στη Σάναα ήταν πιο λευκές από μένα, οπότε δεν ήταν η λευκότητα∙ τα μωρά τους τις έβλεπαν συνήθως χωρίς μπούργκα, οπότε δεν ήταν το ακάλυπτο πρόσωπό μου∙ μήπως ήταν τα γυαλιά που πραγματικά πολύ λίγοι φορούσαν; Μυστήριο…

Η αντίδραση αυτή επαναλήφθηκε σε κοινότητες του Μεξικού όπου ο ξένος ήταν σπάνιος. Χρειαζόμουν πολλή δουλειά για να με συνηθίσουν τα πιτσιρίκια, ενώ με τα μωρά ήταν σχεδόν αδύνατη οποιαδήποτε βελτίωση. Αλλά εκεί όντως φαινόμουν πιο ξένή. Ήμουν σαφώς πιο λευκή από τις γυναίκες του περιβάλλοντός τους, είχα εντελώς διαφορετικά ρούχα, είχα διαφορετική μυρωδιά. Οι αντιδράσεις αυτές με κάνουν να πιστεύω πως ως άνθρωποι ίσως να έχουμε μια φυσική επιφυλακτική αντίδραση προς το ξένο, το αλλότριο, την οποία εντασσόμενοι στις κοινωνίες μας μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε με εργαλεία που μας δίνουν οι ίδιες οι κοινωνίες των οποίων γινόμαστε μέλη. Το πιτσιρίκι αισθάνεται το ίδιο ξάφνιασμα και την ίδια αποστροφή με κάποιον Δυτικό που πάει στο Μεξικό και βλέπει κόσμο να τρώει ζωντανά έντομα (μείνετε συντονισμένοι για τα βιντεάκια που θα ανεβούν προσεχώς). Ο ρατσισμός θαρρώ πως μπορεί να είναι ανάμεσα σε αυτά τα εργαλεία, αλλά δεν παρέχεται ως τέτοιο από όλες τις κοινωνίες. Παρέχεται από τις ρατσιστικές κοινωνίες. Από το (ενδεχομένως) φυσικό ξάφνιασμα προς το(ν) ξένο μέχρι το ρατσισμό η απόσταση είναι μεγάλη.

Οι ρατσιστικές κοινωνίες αποπειρώνται να δημιουργήσουν ένα ομοιογενές σύνολο εντός του οποίου οι διαφορές αποσιωπούνται ή δεν αναδεικνύονται ως σημαντικές. Ανάλογα με τα χαρακτηριστικά που κάθε φορά και σε κάθε τόπο αναδεικνύονται ως τα κύρια συνεκτικά στοιχεία της ομάδας ορίζεται η εχθρική και απειλητική ετερότητα, εκείνος ο άλλος που δεν είναι απλά ξένος, αλλά απειλεί την ακεραιότητα και την ίδια την ύπαρξη του συνόλου. Αν το κύριο συνεκτικό στοιχείο της ομάδας είναι η οικονομική πρόοδος και η παραγωγικότητα, ως εχθρικοί άλλοι ορίζονται οι ομάδες που δεν μπαίνουν σε αυτό το καλούπι: άνεργοι, γυναίκες με οικειακή εργασία (που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια ακριβώς γιατί δεν χωράει στον ορισμό της παραγωγικότητας), ιθαγενείς (στην περίπτωση του Μεξικού), τσιγγάνοι (στην περίπτωση της Ελλάδας), φοιτητές, άτομα με ειδικές ανάγκες, ηλικιωμένοι (τα αναφέρω με τυχαία σειρά). Αν το βασικό συνεκτικό στοιχείο της ομάδας είναι η οικογένεια ως εχθρικοί άλλοι ορίζονται όσοι δεν μπαίνουν σε αυτό το καλούπι: ομοφυλόφιλοι, άτεκνα ζευγάρια, εργένηδες και πάει λέγοντας.

Στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας, ο ρατσισμός θαρρώ πως είναι ένα εργαλείο με τον οποίο δημιουργώνταν εχθρικοί έτεροι ήδη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους: με τα συνεκτικά στοιχεία του έθνους ως ελληνική γλώσσα, ορθόδοξη θρησκεία, λευκότητα δέρματος, από ίδρυσης του ελληνικού κράτους αποκλείστηκαν ως εχθρικοί-απειλητικοί άλλοι και έγιναν αντικείμενο ρατσιστικής συμπεριφοράς οι αλλόγλωσσοι έλληνες πολίτες (τουρκόφωνοι, σλαβόφωνοι, ρομά κλπ), οι μη χριστιανοί ορθόδοξοι (μουσουλμάνοι, εβραίοι, καθολικοί), και οι μη λευκοί έλληνες πολίτες. Ως εχθρικοί και απειλητικοί προς την ελληνική οικογένεια θεωρήθηκαν κατεξοχήν οι ομοφιλόφυλοι αλλά και οι φεμινίστριες, οι αγωνίστριες της χειραφέτησης, που μιλούσαν για την οικογένεια με όρους διαφορετικούς. Στις τελευταίες δεκαετίες το συνεκτικό στοιχείο της προόδου και της παραγωγικότητας βρήκε επίσης τους εχθρούς του (βλ. στην προηγούμενη παράγραφο). Ο κατάλογος αυτός μπορεί να συνεχιστεί για να προσδιοριστούν οι κάθε φορά απειλητικοί άλλοι, με τη χρήση ενός εργαλείου που από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ήταν εκεί: αυτό του ρατσισμού. Δεν έγινε η ελληνική κοινωνία (επιτρέψτε μου τη χρήση του όρου για την ώρα) ρατσιστική από τη δεκαετία του ’90 και εξής: ήταν ανέκαθεν (το ανέκαθεν σημαίνει από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και εξής, καθώς πριν δεν υπήρχε ελληνική κοινωνία).

Έχει άραγε σημασία το αριθμητικό πλήθος αυτών των άλλων; Αν γίνονται πολλοί, πιο εμφανείς και αρχίσουν να διεκδικούν αυξάνεται ή δημιουργείται ρατσισμός απέναντί τους; Θαρρώ πως δεν έχει σημασία. Ο ρατσισμός είναι ήδη εκεί και ορίζει ποιος μπορεί να έχει λόγο και δικαιώματα. Όσο τα αντικείμενα του ρατσισμού είναι λίγα, δεν μιλάνε και δεν ενοχλούνε, ίσως η συμπεριφορά των αυτοδίκαιων φορέων του λόγου και των δικαιωμάτων να μην είναι εχθρική απέναντί τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρούνται ίσοι ή ισότιμοι ή ότι ο ρατσισμός δεν είναι εκεί. Ένα χωριό μπορεί να ανεχτεί τον ομοφυλόφιλό του, χωρίς αυτός να θεωρείται ισότιμος. Μια καλημέρα θα του την πούνε, μπορεί να πιουν κι ένα καφέ μαζί του, αλλά εννοείται ότι δεν θα του αφήσουν τα παιδιά τους να τα προσέχει ούτε θα τον κάνουν κουμπάρο. Ο ρατσισμός είναι εκεί. Αν ο ένας γίνουν δέκα και αποφασίσουν ν’ ανοίξουν ένα γκέι φρέντλυ μπαρ για την περιοχή, ο ρατσισμός θα γίνει εμφανώς πιο βίαιος, το μαγαζί θα δεχτεί επίθεση και θα δοθεί κι ένα χέρι ξύλο στους πελάτες του γιατί πολύ αέρα τους δώσαμε. Οπότε θαρρώ πως το αριθμητικό πλήθος των εχθρικών-απειλητικών άλλων δεν παίζει ρόλο. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’90 και εξής, θεωρώ ότι συνιστά άμεση και αβασάνιστη αναπαραγωγή του κυρίαρχου λόγου: δεν είμαστε ρατσιστές, αυτοί έχουν γίνει πολλοί, δημιουργούν προβλήματα και η Ελλάδα δεν τους χωράει.

Θαρρώ επίσης ότι ένα βασικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι ότι θεωρεί τα αντικείμενά του κάτι λιγότερο από ανθρώπους, όντα παρασυρμένα και μη αυτόβουλα, προβληματικά, απόβλητα, χωρίς αξιοπρέπεια (οπότε δεν τίθεται ζήτημα να γίνει σεβαστό κάτι που δεν υπάρχει), που ακριβώς επειδή είναι κάτι λιγότερο από άνθρωποι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ίσοι, δεν γίνεται να είναι υποκείμενα δικαιωμάτων. Σε καθεμιά από τις κατηγορίες αντικειμένων ρατσισμού που αναφέρθηκαν, μπορούν να αναγνωριστούν αυτά τα όντα που είναι κάτι λιγότερο από άνθρωποι. Αυτή η ειδοποιός διαφορά μπορεί ίσως να δώσει ένα γρήγορο διαχωρισμό του ρατσισμού από την απλή αντιπάθεια: διάφορες ομάδες μπορεί να μη συμπαθιούνται μεταξύ τους, να θεωρούν τις άλλες ομάδες κατώτερες, αλλά όταν θεωρούν τα μέλη μιας άλλης ομάδας κάτι λιγότερο από ανθρώπους, εκεί το πράγμα αλλάζει.

Σαν πολύ να μίλησα. Προφανώς δεν θ’ ανακαλύψω τον τροχό. Υπάρχουν μελέτες για το ρατσισμό που απλά θα μπορούσα να διαβάσω. Έχει όμως ένα ενδιαφέρον ν’ ανακαλύπτεις τον τροχό, έχει ένα γούστο παραπάνω από το να τον παίρνεις έτοιμο. Ίσως βέβαια αν τον πάρεις έτοιμο, να μπορείς να μπεις στην ακόμη πιο ενδιαφέρουσα διαδικασία να κινήσεις το κάρο και να πας κάπου. Κι ίσως αυτά απλά να τα λέω γιατί είμαι τεμπέλα και βαριέμαι να διαβάσω. Κι ίσως εσείς που έχετε διαβάσει πέντε πράγματα ή έχετε σκεφτεί κάτι άλλο, να θέλετε να το μοιραστείτε σχολιάζοντας το παρόν κειμενάκι (πολύ θα χαρώ).

Η ανάρτηση αφιερώνεται σε μια πολύ όμορφη και κεφάτη ομάδα που αποφάσισε να δουλέψει βιωματικά το ζήτημα του ρατσισμού, που σε συνάντηση της οποίας γεννήθηκαν οι σκέψεις του κειμένου. Αφιερώνεται επίσης σ’ ένα ανοιχτό και φιλόξενο κοινωνικό χώρο όπου μπορούμε να βρισκόμαστε για να διαφωνούμε και να προβληματιζόμαστε. Θα προσπαθήσω να τη διαχειριστώ την ξερολίασή μου παιδιά! Σας το υπόσχομαι!

Published in: on Οκτώβριος 9, 2012 at 16:31  8 Σχόλια  

το νερό

Διαφορετικοί τόποι αποκτούν διαφορετική αίσθηση για το νερό τους, χωρίς αυτή να έχει κάποια σχέση απαραίτητα με την ποιότητά του…

Σε ένα αγαπημένο μου χωριό στην Κρήτη, οι κάτοικοι περιφρονούσαν το νερό της βρύσης και έπιναν μόνο από την κρήνη τους. Τα κυριακάτικα πρωινά, στο καφενεδάκι κοντά στην κρήνη -έχει κλείσει κάποια χρόνια τώρα- ο καφές συνοδευόταν με νερό της βρύσης. Κι ενώ οι συνδαιτημόνες δεν θα σηκώνονταν εύκολα για ο,τιδήποτε άλλο (κυκλοφορούν κάποια ανέκδοτα για την υποτιθέμενη τεμπελιά των κατοίκων), άδειαζαν τελετουργικά τα ποτήρια τους ο ένας μετά τον άλλο στις γλάστρες και τους κήπους γύρω από το καφενείο και πήγαιναν να γεμίσουν από την κρήνη. Κι αυτό ενώ κυκλοφορούσαν κάποιες φήμες που συνέδεαν περιστατικά τρέλας στο χωριό με το νερό αυτό. Ένα καλοκαίρι έμεινα σ’ ένα κοντινό χωριό. Φυσικά έπινα νερό από τη βρύση, το οποίο ήταν μια χαρά. Όπως θα μάθαινα στη συνέχεια, τα δύο χωριά είχαν το ίδιο δίκτυο υδροδότησης…

Στο Ρέθυμνο υπάρχει μια κρήνη, η Ριμόντι, που υπάρχει τουλάχιστον από τα βενετικά χρόνια (γνωρίζουμε ότι ανακασκευάστηκε από τον ρέκτορα Ριμόντι το 1623). Το νερό της βγαίνει από φύλλα που σχηματίζουν λιονταροκεφαλές. Από τη βρύση αυτή έπιναν για αιώνες νερό οι κάτοικοι της πόλης. Το νερό είναι ελάχιστα γλυφό, αλλά αβλαβές. Σήμερα πίνουν από την κρήνη μόνο οι τουρίστες, που φροντίζουν να βγάλουν και τις σχετικές φωτογραφίες, αλλά κανείς από τους κατοίκους. Το χρησιμοποιούν μόνο για σφουγγάρισμα τα κοντινά μαγαζιά και συχνά ούτε καν αυτά. Λέγεται μάλιστα ότι όποιος πιει νερό από αυτή την κρήνη μένει για πάντα στο Ρέθυμνο…

Στο Κάιρο υπάρχει αυστηρή ταξιδιωτική οδηγία να μην πίνει κανείς από το ντόπιο νερό, που έρχεται από το Νείλο. Αρκετοί οδηγοί συμβουλεύουν μάλιστα και την αποχή από τη βρώση λαχανικών που έχουν πλυθεί με το νερό αυτό. Η γεύση του άλλωστε είναι πραγματικά αποτρεπτική. Όταν έκανα ντους στο Κάιρο, συχνά μύριζε σαν πισίνα, τόσο χλώριο περιείχε ενίοτε. Ωστόσο για τους ντόπιους, όπως και για τους ξένους κατοίκους του Καΐρου, η πόση του νερού είναι δείγμα εντοπιότητας. Οι λόγοι δεν είναι μόνο οικονομικοί. Το μεγάλο μπουκάλι εμφιαλωμένου νερού στοιχίζει 2-2,5 λίρες (8 λίρες=1 ευρώ), ποσό φυσικά σημαντικό για μια οικογένεια. Ωστόσο υπήρχε κάτι με το νερό: ήταν συνδεδεμένο με την πόλη. Και οι ξένοι κάτοικοι με περηφάνια έπιναν από το ποτήρι τους μπροστά στα έκπληκτα μάτια των τουριστών, βροντοφωνάζοντας με κάθε γουλιά δύσγευστου νερού πως δεν είναι περαστικοί. Η αλήθεια είναι ότι μετά από κάποιο διάστημα η απαίσια γεύση δεν γινόταν αντιληπτή. Γιατί φυσικά, ήμουν κι εγώ από αυτούς που έπιναν το νερό του Νείλου (και ναι! το λέω με περηφάνια)! Ξαναθυμήθηκα ότι μάλλον το νερό του Καΐρου είναι απαίσιο, όταν όταν ήρθα στην Αθήνα: ήπια μονορούφι τρία ποτήρια νερό, γιατί ήταν απλά εξαιρετικό!

Στη Σάναα κανείς δεν έπινε από τη βρύση. Όλοι έπαιρναν πεντάκιλα μπεντόνια που αγόραζαν από τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς προς 45 ριάλια (αν θυμάμαι καλά. 300 ριάλια=1 ευρώ), επιστρέφοντας τα άδεια μπετόνια. Το νερό της βρύσης δεν ήταν άσχημο. Έπρεπε βέβαια να περάσει από το ντεπόζιτο στο ισόγειο κάθε σπιτιού και με αντλία να ανεβεί στο ντεπόζιτο της ταράτσας. Το νερό από το μπετόνι είχε γεύση πλαστικού. Το γκατ συνήθως συνοδευόταν από ατομικό εμφιαλωμένο νερό ή κρύο νερό σε θερμός. Κάθε σπίτι είχε ένα θερμός και συχνά τα πιτσιρίκια το έπαιρναν στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς για να το γεμίσουν απευθείας με μπετόνι από το ψυγείο. Οι περισσότεροι δεν έπλεναν το γκατ, αν και γνώριζαν ότι είχε φυτοφάρμακα, καθώς υπήρχε ο μύθος ότι το κατέστρεφε…

παλιά Σάναα: μια γεμάτη ταβέρνα

Μπαίνετε σε μια άδεια ταβέρνα/καφετέρια. Όλα τα τραπέζια είναι στη διάθεσή σας. Πού να ‘ναι καλύτερα… Μήπως εδώ, δίπλα στο παράθυρο; Όχι, έχει πολύ ήλιο. Εκεί, στη γωνία; Το κλιματιστικό χτυπάει στην πλάτη. Το τραπέζι κάτω από τον ωραίο πίνακα; Τα ηχεία είναι ακριβώς από πάνω… Αλλάζετε τραπέζια και πουθενά δεν είστε ευχαριστημένοι. Κανένα δεν είναι αρκετά καλό… Μήπως δεν έπρεπε τελικά να έρθουμε εδώ;

Μια άλλη μέρα μπαίνετε στην ίδια ταβέρνα/καφετέρια. Είναι κατάμεστη. Καπνός παντού, μουσική και θόρυβος ανθρώπινος, ζωντανός. Δεν υπάρχει χώρος. Ψάχνετε μέσα από πυκνή ατμόσφαιρα απογοητευμένοι. Ξαφνικά μια παρέα σηκώνεται. Τρέχετε γρήγορα να καλύψετε το κενό, πριν προλάβει κάποιος άλλος. Βγάζετε τα παλτά ευχαριστημένοι, σχολιάζοντας την καλή σας τύχη. Είναι το χειρότερο τραπέζι του μαγαζιού, αλλά δεν πειράζει. Αρκεί που βρήκατε…

Μετά από χρόνο ικανό για να πάρω μια μυρωδιά από την παλιά πόλη της Σάναας μου δημιουργήθηκε η παραπάνω εικόνα. Ο κόσμος είναι σε μια γεμάτη ταβέρνα, όπου ο καθένας έχει λίγο και συγκεκριμένο χώρο, χωρίς δυνατότητα να αλλάξει τραπέζι ή να απλωθεί. Το μενού είναι συγκεκριμένο, καθώς και οι ώρες που σερβίρεται. Υπάρχει ενδυματολογικός και συμπεριφορικός κώδικας και οι παρεκκλίσεις δεν είναι αποδεχτές. Όλα έχουν συγκεκριμένο δρόμο και τρόπο. Οι ιεραρχίες είναι πλήρως νομιμοποιημένες: ο πρόεδρος, ο σεΐχης, ο πατέρας, ο δάσκαλος, η μητέρα, ο μεγαλύτερος/-η. Καθένας ξέρει το ρόλο του και δεν διανοείται να βγει από αυτόν. Δεν υπάρχει φιλοδοξία πέραν του δυνατού. Όλα είναι θέλημα του Θεού.

Τα παραπάνω δίνουν μια ηρεμία, μια ευτυχία. Ένας καθηγητής μου στο λύκειο έλεγε ότι ευτυχία είναι να θέλεις αυτό που πρέπει. Αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ· και δίνει μια μακαριότητα. Το πρόγραμμα είναι σταθερό και προδιαγεγραμμένο. Φαΐ 12-2 και από τις 4 η ώρα γκατ. Αυτό. Απλό. Η σταθερότερη αξία είναι η οικογένεια και μετά η φιλία, αν κρίνω από το χρόνο που δίνεται σε κάθε μια. Οι κόσμοι των ανδρών και των γυναικών είναι αυστηρά διαχωρισμένοι. Όλα είναι τα ίδια, παντού. Τα ίδια φαγητά στο Ραμαζάνι, τα ίδια γλυκά στη λήξη του, τα ίδια ρούχα, τα ίδια έπιπλα. Και η πλήρης ή σχεδόν πλήρης αποδοχή αυτής της συνθήκης, ναι, δίνει μια μακαριότητα.

Εγώ από την άλλη είμαι στην άδεια ταβέρνα. Δεν έχω κάποιο λόγο που είμαι στη Σάναα. Θα μπορούσα να είμαι οπουδήποτε εκτός Ευρώπης, με τα φτωχά οικονομικά που έχω επιλέξει. Θα μπορούσα να δουλεύω σε κάποια εταιρεία και να ‘χω φράγκα. Θα μπορούσα να είμαι παντρεμένη με παιδιά. Θα μπορούσα να έχω τα μαλλιά μου μπλε και να φοράω λαμέ. Κι ενώ προσπαθώ να ευχαριστιέμαι την οπτική που μου δίνει κάθε φορά το τραπέζι που κάθομαι, έχω μια αμφιβολία· μήπως το άλλο τραπέζι είναι καλύτερο· μήπως το άλλο παράθυρο έχει καλύτερη θέα…

Δεν μπορώ να κάνω τη ζωή των φίλων μου, που μου φαίνεται τόσο ανελεύθερη, τόσο λίγη, τόσο περιορισμένη. Δεν θα την ήθελα για κανέναν άνθρωπο που θα μπορούσε περισσότερα, και όλοι μπορούμε περισσότερα. Δεν θα τους ευχόμουν όμως και τη δική μου… Δεν τους υπόσχεται μια εναλλακτική μακαριότητα, ούτε ευτυχία… Δεν τους δίνει κάτι στη θέση του Παράδεισου που περιμένουν, της βεβαιότητας και της ανάπαυσης ενός θεού το θέλημα του οποίου ζουν καθημερινά…

Αποχαιρετώντας σιγά σιγά την παλιά πόλη της Σάναας, τη Σάναα αλ Καντίμα, έχω την αίσθηση δυο αγεφύρωτων κόσμων που μπορούν όμως να αγαπηθούν μέχρι δακρύων στην έλλειψη του άλλου… Εύχομαι μέχρι να ριζώσω, δάκρυα να συνοδεύουν κάθε μου μετακίνηση, απτή ένδειξη δοσίματος και αγάπης…

Published in: on Οκτώβριος 2, 2009 at 21:17  7 Σχόλια  

υπομονή & καρτερία

(ένα παλαιότερο κείμενο, που θα το ανέβαζα στη θέση του Νύχτες μαγικές στην Αραπιά, αν μπορούσε να το αναγνωρίσει ο υπολογιστής. Έχω ξανακόψει το τσιγάρο στο μεταξύ, που σημειωτέον εδώ το πακέτο στοιχίζει 0,50 ευρώ. Για να δώσω τον παλμό των ημερών, ετοιμαζόμαστε πυρετωδώς για τη λήξη του Ραμαζανιού και ζούμε στο ρυθμό του H1N1, καθώς με τον αριθμό 127 νοσούντων και 2 νεκρών άρχισαν από χτες να κάνουν την εμφάνισή τους ιατρικές μάσκες στους δρόμους. Οι περισσότερες περιπτώσεις αποκαλύφθηκαν τις 4 τελευταίες μέρες… Καλό ε;)

Αυτό είναι το ένα στοιχείο (η καρτερία και η υπομονή) που οφείλει να αποκτήσει κάποιος στον αραβικό κόσμο αν θέλει να επιβιώσει (το δεύτερο είναι να ξεχάσει την έννοια της λογικής όπως την ήξερε). Η περιπέτεια της παρακάτω εκτύπωσης θεωρώ πως είναι ενδεικτική… Μια απλή καθημερινή ιστορία…

Κουΐζ: Πόση ώρα μπορεί να πάρει η εκτύπωση 150 σελίδων; Η απάντηση στο τέλος του ποστ!

Στις 23:00 λοιπόν βρισκόμουν στην πλατεία Ταχρίρ, την κεντρική πλατεία στην πρωτεύουσα της Σάναα (Υεμένη) για την εκτύπωση που λέγαμε. Στο μαγαζί ήταν ένας νεαρός τζαμπιοφόρος (τζαμπία: μικρό σπαθάκι που προσφάτως έμαθα ότι εκτός από διακοσμητικό μεταβάλλεται ενίοτε και σε εγκληματικό όργανο όταν τα πνεύματα οξυνθούν) με γεμάτο γκατ το ένα του μάγουλο. Διαπραγματευτήκαμε την τιμή της σελίδας. Βάζω το στικ μου στη θύρα USB του (μ’ αρέσει να γίνομαι πρόστυχη). Το κείμενο ήταν σε office 2007 και δεν το αναγνώριζε. Και πάντα το θυμάμαι να το μετατρέπω… Προφανώς όχι πάντα. Δεν υπάρχει πρόβλημα, μια στιγμή.

Άναψα τσιγάρο προς μεγάλη απορία των αντρών που περνούσαν στο δρόμο. Το τσιγάρο τέλειωσε. Μετά από λίγο εμφανίστηκε. Είχε μετατρέψει το αρχείο. Έβαλε καμιά εικοσαριά σελίδες στον εκτυπωτή για να εκτυπώσει 150. Εκτύπωσε μια σελίδα. Όχι, δεν την ήθελα έγχρωμη. Ασπρόμαυρη, εντάξει. Ναι, βγήκε. Άρχισε να εκτυπώνει αργά και βασανιστικά. Κόσμος μπαινόβγαινε και έβγαζε φωτοτυπίες. Το χαρτί τέλειωσε. Του το είπα. Έβαλε άλλες είκοσι σελίδες. Μετά από αυτές… δεν υπήρχε άλλο χαρτί. Πήγε να φέρει. Συνεχίστηκε αυτή η διαδικασία μέχρι τη σελίδα 76. Είχε τελειώσει το μελάνι και οι υποσημειώσεις δεν διαβάζονταν. Πήγε να φέρει μελάνι. Είχα ιντερνετικό ραντεβού με την πρώην συγκάτοικό μου που με πήρε τηλέφωνο. Ένα μικρό προβληματάκι στον εκτυπωτή. Γελούσε στην άλλη άκρη της γραμμής. Γελούσα κι εγώ. Ήξερε κι εγώ ήξερα ότι ήξερε. Το παλικαράκι επέστρεψε με μια σύριγγα μελανιού. Μόλις το έβαλε, κόπηκε το ρεύμα.

Οι διακοπές ρεύματος είναι καθημερινό φαινόμενο καθώς αλλάζει το σύστημα ηλεκτροδότησης. Δεν έχουμε ρεύμα 5-6 ώρες την ημέρα, πράγμα που έχουμε συνηθίσει. Μεγάλο μέρος του προαναφερθέντος κειμένου έχει γραφτεί υπό το φως κηρίων και υπό την απειλή εξάντλησης της μπαταρίας του λαπτοπ μου (η οποία αρκετές φορές τελειώνει πριν να ξανάρθει το ρεύμα).

Το ρεύμα θα ερχόταν σε κανα δίωρο. Αφού το συζητήσαμε λίγο, άφησα τις φωτοτυπίες κι έφυγα. Αργότερα ή αύριο.

Θα έστελνα μήνυμα στη συγκάτοικό μου μόλις βρισκόμουν στο ίντερνετ. Άλλωστε ο αριθμός του τηλεφώνου της ήταν στο mail μου. Πήγα σε τέσσερα ιντερνετάδικα σε διαφορετικούς δρόμους από την πλατεία. Κανένα δεν είχε ρεύμα. Πάνω που ετοιμαζόμουν να στείλω σ’ ένα φίλο στη Σαουδική Αραβία να μου στείλει το τηλέφωνο της συγκατοίκου μου στη Γερμανία, το ρεύμα ήρθε. Μπήκα στο ιντερνετάδικο που ήταν άδειο. Είπα ότι ήθελα να μιλήσω skype, οπότε χρειαζόμουν υπολογιστή με ακουστικά και μικρόφωνο. Όχι, δεν μ’ ένοιαζε η κάμερα.

Κάθισα. Μπήκα στο mail μου και έστειλα μήνυμα στη συγκάτοικό μου ότι περιμένω να συνδεθώ. Το skype φαινόταν να μη δουλεύει. Πάνω που πήγα να τον φωνάξω ήρθε. Το εικονίδιο στην επιφάνεια εργασίας ήταν η παλιά βέρσιον. Έπρεπε να γίνει setup στην καινούρια: 20 minutes remaining… Άρχισα να διαβάζω τα μέιλς μου. Επιτέλους συνδέθηκα. Έστειλα μήνυμα στη συγκάτοικο. Με πήρε skype. Ούτε την άκουγα ούτε με άκουγε. Πρόβλημα στα ακουστικά. Ασπέτα να τ’ αλλάξω. Πήγα στον τύπο. Πήγε να μου δώσει τα δικά του. Το καλώδιο του μικροφώνου ήταν κομμένο. Ρώτησε έναν από τους τύπους που ήταν σ’ άλλο υπολογιστή αν χρειαζόταν τ’ ακουστικά του. Δεν τα χρειαζόταν. Τα πήρε, τα τοποθέτησε και την πήρα τηλέφωνο. Την άκουγα άλλα δεν με άκουγε. Πρόβλημα στον υπολογιστή. Σύνδεση με Κάιρο η φάση. Η ώρα ήταν γύρω στη μία το πρωί, αλλά όλοι οι υπολογιστές ήταν γεμάτοι. Δεν μπορούσα ν’ αλλάξω. Μ’ άρεσε που στο διευκρίνισα ότι ήθελα να μιλήσω, φίλε. Τέλος πάντων. Κανένα πρόβλημα. Εμπρός λοιπόν καλά μου δάχτυλα.

Μιλήσαμε. Πέτυχα και τον visk και τα είπαμε λίγο. Έγραψα και τις απαντήσεις σε ένα από τα ποστ, μέχρι να το καταλάβω πέρασε η ώρα. Στις 3 έκλεινε το μαγαζί. Λες να ‘ναι ακόμη ανοιχτό το φωτοτυπάδικο; Είπα να περάσω.

Ήταν ανοιχτός. Μέσα ήταν δυο τύποι και εκτυπωναν στρογγυλές καρτέλες. Είχε τελειώσει το κόκκινο μελάνι και το τραντάφυλλο έβγαινε κίτρινο. Κανένα πρόβλημα. Μια στιγμή, τελειώνουν. Άναψα τσιγάρο. Τέλειωσε. Περίμενα λίγο ακόμη. Σειρά μου.

Έβαλε καμιά 20αριά σελίδες για να εκτυπώσει 75. Άρχισε η εκτύπωση. Ήταν έγχρωμη. Δεν βαριέσαι. Έγχρωμη. Ένα χέρι έπρεπε να είναι μπροστά για να μην πέφτουν οι σελίδες στο πάτωμα. Όταν δεν ήταν το δικό του ήταν το δικό μου. Ξανάβαλε σελίδες. Ο εκτυπωτής έφαγε δύο. Όταν ξανάρχισε να εκτυπώνει, ξαναεκτύπωσε τις πρώτες σελίδες. Το έσβησε και το ξαναρύθμισε. Όταν είχαν μείνει 25 σελίδες το χαρτί τελείωσε από το μαγαζί! Μήπως γινόταν να το εκτυπώσουμε σε μισή κόλλα χαρτί; Όχι, χρειαζόμουν τα πλαϊνά διαστήματα (τα οποία επίτηδες είχα μεγαλώσει από τη μία πλευρά για να σημειώνω, αν και για κάποιο λόγο το κείμενο έβγαινε από την αρχή κεντραρισμένο, πράγμα που εννοείται δεν είχα μπει εξαρχής στον κόπο να σχολιάσω). Έφυγε να φέρει χαρτί. Γύρισε. Η εκτύπωση τελείωσε. Ήταν 4 το πρωί.

Τα κατάφερα να φτάσω στους γειτόνους μου πριν το φατζρ (την προσευχή που σημαίνει την έναρξη της νηστείας). Ήθελα να τους δείξω τις εκτυπώσεις για τις οποίες είχα αρνηθεί όλες τις 10 φορές που με πήραν τηλέφωνο να φάω μαζί τους σήμερα και να μασήσουμε γκατ. Στις 4:15 τους χτύπησα την πόρτα. Είχαν φάει ήδη, αλλά ψιλόπιναν. Μου έβαλαν να φάω εγώ. Το ήξερα ότι δεν είχαμε χρόνο. Μόνο η μαχάλεμπια που μ’ αρέσει. Όχι, και μια μπανάνα. Άντε άλλη μία. Σε κάποια φάση σταμάτησαν απότομα, όταν ήμουν δυο γουλιές πριν το τέλος. Τι; φώναξε ο μουεζίνης; Στο σπίτι μου ακούγεται πιο έντονα. Εδώ ούτε που τον άκουσα. Μουσουλμανικό βιονικό αυτί! Μια καθημερινή μέρα Ραμαζανιού είχε φτάσει στο τέλος της.

Απάντηση στην αρχική ερώτηση: μια εκτύπωση 150 σελίδων μπορεί να διαρκέσει 5 ώρες.

Όσοι αντέξατε ως εδώ πάρτε ένα βιντεάκι από το Νταρ ελ-Χάτζαρ που τράβηξα πριν κανα μήνα.

νύχτες μαγικές στην αραπιά

(είχα ετοιμάσει ένα άλλο ποστ για σήμερα, αλλά το έγραψα σε word 2007 που δεν το αναγνωρίζει ο υπολογιστής… Οπότε ανεβάζω ένα παλιότερο, αμαρτωλό, προ-ραμαζανιού)

Για κάποιες μέρες έμεινε στο σπίτι μου ένας φίλος που δουλεύει δημοσιογράφος στη Σαουδική Αραβία, προς μεγάλη απορία των γειτόνων μου: άντρας και γυναίκα άγαμοι στο ίδιο σπίτι φυσικά συνεπαγόταν άγριες νύχτες σεξ. Ένα βράδυ, λοιπόν, η κοινή μας φίλη είχε τη φαεινή ιδέα να πάμε στο Σέρατον, χτισμένο σ’ ένα λόφο στην άκρη της πόλης. Φτάσαμε γύρω στις 21:00. Θα τρώγαμε σ’ ένα χώρο έξω από το ξενοδοχείο, με το χαρακτηριστικό όνομα ‘Χάιμε’ (το χ να βγαίνει από την καροτίδα παρακαλώ), που σημαίνει ‘σκηνή’. Κι ακριβώς αυτό ήταν.

Τα ξενοδοχεία 5* στην Υεμένη (όπως θα μάθαινα δεν υπάρχει κάποια υπηρεσία που να ελέγχει την ποιότητα των εγκαταστάσεων και των παρεχόμενων υπηρεσιών για να κρίνει πόσα αστέρια οφείλει να έχει ένα ξενοδοχείο), προσφέρουν το απαγορευμένο κατά κανόνα (όχι και κατά πράξη) στην υπόλοιπη Υεμένη αλκοόλ. Οπότε μαζί με το φαγητό μας, παραγγείλαμε και κουτάκια μπύρας (αυτά των 330ml) που θα πληρώναμε 8,5 ευρώ έκαστο, ποσό αδιανόητο για τη χώρα.

Το στήσιμο του χώρου είχε το στυλ μαγαζιού στην Εθνική. Υπήρχαν ακόμη και τρεις ντισκόμπαλες! Στη σκηνή ήταν δυο συνθεσάιζερ που τα χειριζόταν ένας Φιλιππινέζος και άλλες δύο τραγουδούσαν. Όταν έκαναν διάλειμμα κι έμπαινε μουσική κονσέρβα, τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Σύντομα το πρόγραμμα άλλαξε σε ‘λαϊκό’. Μια βραζιλιάνα μπέλλυντάνσερ εκτέλεσε το χειρότερο χωρό της κοιλιάς που έχω δει…

Ήταν όλοι τους εκεί: ο Τσάκωνας με μαλλιά, ο τύπος από τo Meaning of life που έσκασε από το φαΐ, ο Μπίλιας, ο Γαρδέλης, ο Γιώργος Αρμένης από το «Όλα Είναι Δρόμος», που στο τέλος βάζει να γκρεμίσουν εκείνο το μαγαζί στην Εθνική… Μόνο που ήταν πιο σκούροι και κάποιοι φορούσαν ρούχα της Σαουδικής Αραβίας. Έπιναν red bull (ο φίλος μου θα μου διευκρίνιζε ότι οι περισσότεροι είχαν βότκες μέσα στις τσάντες τους) και κάπνιζαν ναργιλέ. Όσοι φορούσαν κουστούμια, έβγαιναν κατευθείαν από τη δεκαετία του ’70, όταν στην μόδα ήταν εκείνα τα γυαλιστερά υφάσματα στις αποχρώσεις του γκρίζου και μπριγιαντίνη στα μαλλιά. Θα χόρευαν στη συνέχεια στο ρυθμό του τσιφτετελιού. Δεν ξέρω αν το γνωρίζετε, αλλά το τσιφτετέλι στον αραβικό κόσμο, με όλη την κινησιολογία που θεωρούμε ‘θηλυκή’, είναι αυστηρά αντρική υπόθεση. Από τις γυναίκες που βρίσκονταν στην κατάμεστη αίθουσα, μόνο δύο σηκώθηκαν να χορέψουν.

Καμία από τον θηλυκό πληθυσμό δεν φορούσε μπούργκα. Τις είχαν στις τσάντες τους. Τιράντες με βαθειά ντεκολτέ, μίνι ή στενά παντελόνια και περίτεχνα χτενίσματα. Πραγματικά ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι κρύβεται κάτω από μια μπούργκα.

Στο τέλος της βραδιάς δύο πολύ φιλικοί Σαουδάραβες θα κάθονταν στο τραπέζι μας. Αφού παίξαμε λίγο με τις ηλικίες μας και ποιος είναι γιος και κόρη ποιανού, τους είπα την ηλικία μου. Σε παντρεύομαι, θα μου έλεγε ο ένας από τους δυο, που είχε τουλάχιστον πέντε δεκαετίες στην πλάτη του. Πόσες γκαμήλες δίνεις, θα ρωτούσα αστειευόμενη. Εκατό. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του φίλου μου, μία γκαμήλα στοιχίζει 5000 στερλίνες ή 254 κότες. Δεν ξέρω, του απαντάω. Πρέπει να ρωτήσω αν είναι καλή η τιμή που μου δίνεις… Όπως θα μου έλεγαν οι φίλοι μου στη συνέχεια, πιθανότατα θα ήμουν η τρίτη του γυναίκα…

Όταν ήρθε ο λογαρισμός, γύρω στις 2 το πρωί που τέλειωσε το πανηγύρι, έμεινα άναυδη: 140 ευρώ! Στη λυπητερή περιλαμβανόταν επιπλέον χρέωση για καθένα από τα άτομα που μας διασκέδασαν, πέντε στον αριθμό (οι τρεις Φιλιππινέζοι, ένας υεμενέζος τραγουδιστής και η χορεύτρια). Τιμή 5* με ποιότητα Εθνικής. Ήταν, ωστόσο, μια εμπειρία: το όλο σκηνικό σε κάθε πτυχή του, απλά δεν υπήρχε!

Published in: on Σεπτεμβρίου 2, 2009 at 21:29  5 Σχόλια  

στο χαμάμ

Είχα πει στην καλή μου γειτόνισσα ότι θα ήθελα να πάω μαζί της σε χαμάμ. Δεν της αρέσει γιατί έχει πολλή ζέστη, αλλά για πάρτη μου…

Χτες λοιπόν μου έστειλε μήνυμα: την επομένη στο χαμάμ στις 7. Ωραία! Θα έκανα τη δουλειά μου το πρωί, θα τραβούσα και μια ξούρα στο γρασίδι των ποδιών μου και μετά χαμάμ!

Γύρω στις 9:30 χτύπησε η πόρτα μου. Ήλπιζα ότι είναι εκείνο το βιβλίο που περιμένω από την Ελλάδα. Ήταν η καλή μου γειτόνισσα. Όταν έλεγε 7, εννοούσε 7 το πρώι! Πάλι σύνδεση με Κάιρο ήταν η συνεννόηση! Γρήγορα γρήγορα πήρα ό,τι θεωρούσα απαραίτητο, και ξεκινήσαμε…

Τα χαμάμ στην παλιά πόλη της Σάναας είναι αρκετά παλιά. Έχουν διαφορετικές ημέρες για άνδρες και για γυναίκες, αλλά μετά τις 6 (το απόγευμα) μετατρέπονται όλα σε ανδρικά.

Πήγαμε στο χαμάμ δίπλα από ένα από τα τζαμιά της γειτονιάς μας. Μια μικρή πόρτα στο δρόμο και μια ανακοίκωση υποδείκνυε τη θέση του. Οι μικροί του θόλοι του, τόσο χαρακτηριστικοί για τα χαμάμ, δεν φαίνονταν από το δρόμο. Στο διάδρομο η λουτράρισσα ρώτησε αν είχα κάμερα. Η γειτόνισσά μου της εγγυήθηκε ότι δεν έχω και περάσαμε.

Ένα δωμάτιο γεμάτο γυναίκες τυλιγμένες σε πετσέτες και υφάσματα. Εκεί βγάλαμε τα ρούχα μας και φορέσαμε δυο μισοφόρια-φούστες, που είχε η γειτόνισσά μου μαζί της, που κάλυπταν τα σώματά μας. Η είσοδος σε έναν άλλο κόσμο, είχε αρχίσει.

Όλοι οι αναγεννησιακοί πίνακες που έχω δει στη ζωή΄μου ήταν εκεί. Σώματα που την αισθητική τους έχει απορρίψει η Δύση. Σώματα που δίπλωναν μαλακά και φωτίζονταν από δεσμίδες φωτός στις ημισκότεινες αίθουσες. Γυναίκες κάθε ηλικίας που κάθονταν δίπλα δίπλα, έτριβαν η μία την άλλη, χτενίζονταν, σαπουνίζονταν και συζητούσαν.

Το χαμάμ είχε γύρω στις πέντε αίθουσες. Δύο μεγάλες, μία κρύα και μία ζεστή, και μικρότερες, γύρω από τη ζεστή αίθουσα. Κάθε αίθουσα είχε βρυσούλες με κρύο και ζεστό νερό που έπεφτε μέσα σε γούρνες. Καθίσαμε σε μία από τις μικρές αίθουσες. Δεν μπορώ να υπολογίσω τι θερμοκρασία είχε, αλλά όταν περάσαμε στη ζεστή αίθουσα με το ζόρι ανέπνεα.

Υπάρχουν δύο ειδικά σφουγγάρια για τα χαμάμ, και τα δύο σαν ορθογόνια γάντια για να βάζεις το χέρι σου μέσα. Το ένα σα γυαλόχαρτο για τρίψιμο και το άλλο σχοινένιο για να βάζεις μέσα το σαπούνι. Αφού ιδρώσαμε καμπόσο, αρχίσαμε το σχεδόν τελετουργικό τρίψιμο, που έπρεπε να καλύψει κάθε εκατοστό, με δύναμη και λύσσα. Εντάξει, φτάνει τα χέρια. Κάνε τα πόδια σου τώρα. Τι πόδια να κάνω, τρομάρα μου, που πήγα με ένα πόντο τρίχα! Οι γυναίκες του ισλαμικού κόσμου (δεν ξέρω αν υπάρχει αλλού αυτή η εμμονή) κάνουν αποτρίχωση π α ν τ ο ύ. Ιδιαίτερα τη γυμνή επιφάνεια των χεριών, την εκμεταλλεύονται στην Υεμένη για να κάνουν περίτεχνα φυτικά σχέδια με χέννα. Δεν υπάρχει πρόβλημα, θα μου έλεγε η κοπελιά απέναντί μου. Αν δεν είσαι παντρεμένη, δεν υπάρχει πρόβλημα, μου είπε δίνοντάς μου λίγη από την πρασινωπή λάσπη με την οποία κάλυπτε το σώμα της.

Καθόμασταν κάτω στο λιθόστρωτο και γύρω μας ήταν οι μαύροι πέτρινοι τοίχοι, καλυμμένοι με υγρασία ποιος ξέρει πόσων χρόνων. Γύρω μου οι γυμνές συλλουόμενές μου, τρίβονταν με λύσσα. Σε μια χώρα που η θέαση του γυναικείου χώρου είναι απολύτως απαγορευμένη, βρισκόμουν σε ένα χώρο που είχε ως κύριο στοιχείο του το γυμνό γυναικείο αναγεννησιακό σώμα. Κάθε ανοιγόκλεισμα του ματιού μου στο ημίφως ήταν μια υπέροχη φωτογραφία, που ποτέ δεν θα βγάλω. Ακόμη κι αν μπορούσα, ένα κάδρο δεν θα μπορούσα να δώσει την αίσθηση του χώρου.

Αφού τελειώσαμε το τρίψιμο, τριφτήκαμε λίγο ακόμη. Κι ακόμη λίγο. Στην συνέχεια περιμέναμε τη σειρά μας για να πάρουμε θέση δίπλα στη γούρνα. Είχαμε μαζί μας ένα κοντό κανατάκι, που το βουτούσαμε στο νερό της γούρνας που έπεφτε από την κρύα και τη ζεστή βρύση. Ωστόσο, και το κρύο νερό μόνο, ήταν υπέροχο σε αυτή τη θερμοκρασία. Λουστήκαμε και σαπουνιστήκαμε/τριφτήκαμε με τα σχοινένια ‘σφουγγάρια’. Ρίξαμε νερό η μία στην άλλη. Απέναντι στη μικρή αίθουσα, ήταν μια μαμά με τα δύο κοριτσάκια της. Πάλευε με το ένα που δεν του άρεσε το τρίψιμο. Η λύσσα με την οποία του έτριβε το πρόσωπο και σώμα, δεν βελτίωνε την κατάσταση.

Όταν ξεπλυθήκαμε, τριφτήκαμε λίγο ακόμη. Και μετά, ακόμη λίγο. Χτενιστήκαμε και πλύναμε τα δόντια μας, φτύνοντας το πάτωμα όπου καθόμασταν. Φέραμε τις πετσέτες μας, τριφτήκαμε ακόμη λίγο και μετά καλυφθήκαμε για να βγούμε.

Καθίσαμε στην αρχική αίθουσα, όπου μπορούσε όποια ήθελε να πιει χυμό ή τσάι. Η γιαγιά δίπλα μου μού έδωσε ένα κανατάκι με χυμό. Να πιω από μέσα; Ναι. Πρέπει να είχε πιει όλη η αίθουσα πριν από μένα. Από πού είμαι, τι κάνω εδώ, αν μ’ αρέσει η Υεμένη και το ισλάμ. Οι συνηθισμένες ερωτήσεις. Καθίσαμε λίγο ακόμη και αρχίσαμε να ντυνόμαστε. Η γειτόνισσά μου μού έδωσε ένα ύφασμα να καλύψω το κεφάλι μου γιατί έκανε κρύο έξω. 300 ριάλια η καθεμία, δηλαδή 1 ευρώ έκαστη. Η ώρα ήταν 13:30, κοινώς μείναμε στο χαμάμ 3,5 ώρες. Τόσο μου είπε ότι μένει συνήθως και η διπλανή μου κοπελιά, που έρχεται μία φορά το μήνα.

Τα χαμάμ επισκέπτονται συχνότατα οι άντρες και γι’ αυτό οι ημέρες της εβδομάδας αφιερωμένες σε αυτούς είναι περισσότερες από ό,τι για τις γυναίκες. Για τις γυναίκες αποτελεί καθιερωμένο μέρος της τελετουργίας του γάμου. Οι περισσότερες το επισκέπτονται μία φορά στις 10 ή 15 μέρες.

Η μέρα μας συνεχίστηκε με φαγητό στο σπίτι της γειτόνισσας και γκατ στη συνέχεια. Ο άντρας της μας εγκατέλειψε σχετικά σύντομα και μείναμε να συζητάμε μέχρι τις 23:30… Μια υπέροχη μέρα αναγκαστικών διακοπών. Να ‘ταν κι άλλο…

Published in: on Αύγουστος 19, 2009 at 17:32  Σχολιάστε  

υεμενέζικος καφές

Γνωρίζοντας ότι ο καφές που άρχισαν να πίνουν από το 16ο αιώνα οι κάτοικοι της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προερχόταν από την πόλη Μόκα της Υεμένη, θεωρούσα ότι μάλλον λόγω της γειτνίασής μας με την Τουρκία τον ονομάζαμε ‘τουρκικό’ (πρόσφατα μετονομασθέντα σε ‘ελληνικό’ ή και ‘κυπριακό’ στην Κύπρο). Ο καφές είναι αραβικός κι έτσι πήγα να τον ζητήσω όταν πρωτοπήγα στο Κάιρο. Έλα όμως που και στο Κάιρο ως ‘τούρκικο’ τον ζητάς (αν πας ν’ αγοράσεις, μπορείς να διευκρινήσεις ότι θες τούρκικο καφέ απ’ την Υεμένη ή απ’ τη Βραζιλία!!)! Η έκπληξή μου μεγάλωσε όταν ήρθα στην Υεμένη. Εδώ δεν υπάρχουν καφενεία όπως στην Ελλάδα, την Τουρκία και την Αίγυπτο (για να μιλήσω για χώρες που γνωρίζω σίγουρα την ύπαρξη καφενείων). Κι όταν πας σε μαγαζί για ν’ αγοράσεις καφέ, τον ζητάς ως ‘τούρκικο’!!!

ο υεμενέζικος καφές

ο υεμενέζικος καφές

Κάνοντας λοιπόν μια βόλτα στην αγορά της παλιάς πόλης με τη φιλενάδα μου, μου έδειξε τον υεμενέζικο καφέ: το κάλυμμα του φασολιού του καφέ! Να πάρουμε; Να πάρουμε! Βάλε λίγο, λέει στο ‘μαγαζάτορα’ (ήμαστε στην αγορά, οπότε δεν μιλάμε ακριβώς για ‘μαγαζιά’).

ένα από τα απροδιόριστα υλικά του καφέ

ένα από τα απροδιόριστα υλικά του καφέ

Σακούλες και σακουλάκια γέμιζαν με τα υλικά του καφέ. Σε κάθε επιπλέον σακούλι με απροσδιόριστο προϊόν, τα μάτια μου γούρλωναν ακόμη περισσότερο! Έχεις μωρό, με ρωτά ο μαγαζάτορας. Μπαρδόν; Ο καφές, λέει, είναι πολύ ωφέλιμος, και τον πίνουν οι λεχώνες σαράντα μέρες για να κατεβάσουν γάλα και να επανέλθει το σώμα τους. Είναι καλό και για το στομάχι. Τα αστεία με το μωρό που θα τάιζα έδιναν κι έπαιρνα σ’ όλη τη διαδρομή κουβαλώντας εναλλάξ την τεράστια σακούλα με την υεμενέζα φιλενάδα μου, τη γερμανίδα συγκάτοικό μου και τον ινδό φίλο της. Στο δρόμο οι ‘μαγαζάτορες’ μάς έδιναν φυστίκια κι αμύγδαλα.

η μία από τις ζάχαρες

η μία από τις ζάχαρες

Όταν ήρθε η ώρα της παρασκευής γέμισε ένα τραπέζι υλικά: 1) ο καφές (το απέξω δηλαδή), 2, 3, 4) τριών λογιών ζάχαρες: μια λευκή σαν κρύσταλλος, μια μαύρη και μια κόκκινη, 5) ρίγανη χοντρή, 6) ξυλαράκια κανέλλας, 7) τζίντζερ και 8, 9) δύο απροσδιόριστα: το ένα κόκκινο αποξηραμένο με κουκούτσι και το άλλο σα σταφιδάκι μαύρο αλλά με μεγάλο

οι άλλες δύο ζάχαρες

οι άλλες δύο ζάχαρες

κουκούτσι. Όσα δεν ήξερα τα δοκίμασα ωμά: ο καφές δεν ήταν καθόλου πικρός, χωρίς να έχει όμως και γεύση να τον φας.

Βάλαμε τις αναλογίες σ’ ένα πιάτο ενώ έβραζε το νερό στην κατσαρόλα. Αφού κόχλασε ρίξαμε το μείγμα που έμεινε στη φωτιά για μισή ώρα. Το αποτέλεσμα ήταν εξαιρετικό! Θολό, σκούρο και γλυκό! Μπορούσα να τ’ αφήσω στην κατσαρόλα και να το πιω στην άλλη μέρα, βράζοντάς το με επιπλέον νερό. Το ήπια κρύο χωρίς επιπλέον

το μείγμα

το μείγμα

νερό και ήταν υπέροχο. Κι έπειτα μπορούσα να το βάλω σ’ ένα μπουκάλι στο ψυγείο, όπου θα κρατούσε για 2-3 μέρες.

Ενδεχομένως η ύπαρξη του γκατ να απέτρεψε τη χρήση του καφέ σε σκόνη ως μέσο κοινωνικοποίησης, όπως συνέβη στην υπόλοιπη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Εξ όσων γνωρίζω, δεν υπάρχει κάποια έρευνα για το γκατ, αλλά πηγές το αναφέρουν τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα (διάβασα ένα άρθρο για τη διακίνηση του καφέ στην Ερυθρά Θάλασσα αυτή την περίοδο και υπήρχαν αναφορές). Οπότε, ίσως ο υεμενέζικος καφές να χρησιμοποιούνταν περισσότερο για φαρμακευτικούς

η παρασκευή!

η παρασκευή!

λόγους. Δεν ξέρω αν οι Υεμενέζοι έπιναν τον καφέ σε σκόνη πριν την οθωμανική κατάκτηση των ιερών πόλεων της Μέκκας και της Μεδίνας (στη σημερινή Σαουδική Αραβία) το 16ο αιώνα και την έναρξη των αιματηρών πολέμων για την κατάκτηση της Υεμένης. Σε σύγκριση όμως με τον ωφέλιμο και γευστικό υεμενέζικο καφέ, ο γνωστός ως ‘τούρκικος’ είναι πικρός, βαρύς και με αμφίβολες επιπτώσεις στο σώμα. Μήπως λοιπόν ονομάστηκε ‘τούρκικος’ ακριβώς επειδή οι Υεμενέζοι τον πουλούσαν, με τεράστια κέρδη, σ’ αυτούς τους ξένους, άσχετους, που ήθελαν να πάρουν τη γη τους και δεν τον έπιναν οι ίδιοι; Αν οι Υεμενέζοι έπιναν μόνο το απέξω κι όχι τόσο το φασόλι του καφέ, ούτως ή άλλως για πέταμα το είχαν. Απλά υποθέσεις κάνω με βάση τα ονόματα.

ένα ποτήρι υεμενέζικου καφέ

ένα ποτήρι υεμενέζικου καφέ

Σήμερα ωστόσο τα μαγαζιά πουλάνε τούρκικο καφέ Υεμένης ακριβότερα από τον τούρκικο της Βραζιλίας. Και αν κρίνω από τις ποσότητες που βλέπω, πρέπει να έχει κατανάλωση. Ωστόσο φίλοι εδώ μού είπαν ότι οι Υεμενέζοι προτιμούν το τσάι και σε κανένα από τα υεμενέζικα σπίτια που έχω επισκεφτεί δεν με ρώτησαν αν θέλω καφέ (συνήθως έρχεται τσάι ή χυμός). Το εμπόριο του γκατ έχει αυξηθεί ιδιαίτερα τα τρία τελευταία χρόνια και τα γέρικα δέντρα καφέ αντικαθιστώνται σταδιακά από δενδρύλλια γκατ.

Published in: on Αύγουστος 3, 2009 at 16:42  5 Σχόλια  

χαμένοι παράδεισοι

Τις προάλλες ήμουν στο σπίτι του Σαΐντ. Μου άνοιξε ο φύλακας του σπιτιού, με έβαλε στην αυλή με τα τέσσερα αυτοκίνητα και περάσαμε κανα δίλεπτο μέχρι να καταλάβω από ποια πόρτα έπρεπε να μπω. Πέρασα τα τρία σαλόνια για να έρθω στο τέταρτο όπου καθόταν η Σαναανέζα φιλενάδα μου. Ο Σαΐντ με υποδέχτηκε φιλώντας με σταυρωτά, πράγμα που με σόκαρε καθώς δεν έχω χαιρετίσει μ’ αυτό τον τρόπο κανέναν άντρα αφότου εγκαταστάθηκα στην πόλη. ‘Φιλάτε εδώ;’ ‘Ναι, εγώ έχω διαφορετικές ιδέες’. Ωχ, κι άλλος δυστυχής, είπα από μέσα μου.

Έκανε παλιά πειραματικές ταινίες. Δεν έχει έμπνευση πλέον. Όλα αυτά που θα ήθελε να πει δεν μπορούσαν να ειπωθούν.

Μιλήσαμε για τη Σάναα όπως θα την ήθελε. Χωρίς σεξιστικούς διαχωρισμούς∙ με τον κόσμο να είναι ελεύθερος να φοράει ό,τι θέλει και να επιλέγει τι να κάνει στη ζωή του∙ με τις γυναίκες έξω από τα σπίτια, να μπορούν να συναναστρέφονται με όποιον θέλουν∙ με κόσμο ‘ανοιχτόμυαλο’. Τον άκουγα σχεδόν με φρίκη’.

‘Και πού σου μπήκαν αυτές οι ιδέες;’ Ναι, είχε ταξιδέψει. Είχε μείνει στο Λας Βέγκας. Στη συνέχεια μου ζήτησε να μεταφράσω το αγαπημένο του τραγούδι. Μια ζωή μέσα στους δρόμους και τις νύχτες. Το είχε ηχογραφήσει σε ένα ελληνικό μπουζουκτσίδικο. Όποτε πήγαινε, το έπαιζαν γι’ αυτόν. Κρατούσε μια σακκουλίτσα γκατ και μασούσε.

‘Φίλε μου, Σαΐντ, έχεις χάσει τον παράδεισο…’

Πρώτη φορά είδα στην παλιά πόλη της Σάναας πώς η παράδοση και η θρησκεία μπορούν πραγματικά να κάνουν τους ανθρώπους ευτυχισμένους. Πώς ο Θεός μπορεί να είναι ζωή και αλήθεια. Το ισλάμ εδώ δεν είναι επιθετικό, ακριβώς επειδή κανείς δεν το αμφισβητεί. Ο κόσμος προσεύχεται πέντε φορές την ημέρα, όπως ορίζει το Κοράνι, αλλά όχι επιδεικτικά, όπως στο Κάιρο, γιατί απλά τα πράγματα έτσι είναι και δεν θα μπορούσαν να είναι αλλιώς. Κάποια από τα τζαμιά δεν έχουν μιναρέδες. Δεν θα μπορούσαν να είναι κάτι άλλο. Ο καθένας ξέρει το χώρο που του αναλογεί και είναι αδιανόητο να βγει έξω από αυτόν. Είναι αλήθεια ότι σε κάποιες κοπελιές δεν αρέσει η μπούργκα, αλλά καμιά δεν διανοείται να βγει έξω χωρίς αυτήν. Μήπως όλοι μας δεν κάνουμε κάποια πράγματα που δεν μας αρέσουν; Κι εγώ που θα ήθελα να με συνήθιζαν στη γειτονιά μου να βγαίνω με την τιράντα, δεν το ’χω τολμήσει. Αισθάνομαι γυμνή. Αισθάνομαι ότι θα προκαλέσω τους καλούς μου γείτονες χωρίς λόγο. Κι ενώ στο Κάιρο με ενοχλούσε, εδώ το να καλύπτεις το σώμα σου έχει μια αγνότητα…

Μέσω της καλής μου φιλενάδας της Σαναανέζας που μου παρήγγειλε να της φέρω κρασί από την Αίγυπτο όταν ήρθα (απαγορευμένο σύμφωνα με το Κοράνι), έχω γνωρίσει την κολασμένη Σάναα, που πίνει και καπνίζει διάφορα. Τη Σάναα του παράνομου και πληρωμένου έρωτα. Τη δυστυχισμένη Σάναα. Αυτή που έχει έρθει σ’ επαφή με τον μολυσμένο δυτικό πολιτισμό. Την αιτία που της στέρησε τον παράδεισο.

Λίγο πριν φύγουμε ήρθαν δυο κοπελιές με βαθιά ντεκολτέ. Ήθελαν να πάνε στο ρώσικο κλαμπ. Όμως μερικές φορές ο πορτιέρης δεν αφήνει Υεμενέζες να μπαίνουν. Αν γίνει καμιά φασαρία στο μαγαζί και έρθει αστυνομία, οι ιδιοκτήτες θα βρουν τον μπελά τους, καθώς είναι απαγορευμένο για τους Υεμενέζους να πίνουν αλκοόλ. Ο Σαΐντ έχει αρκετά λεφτά για να εξαγοράσει τα όποια προβλήματα μπορεί να έχει. Το πρόβλημά μου είναι ότι μ’ αρέσει να χορεύω, θα μου έλεγε η μία κοπελιά ανάμεσα στις γουλιές του ποτού της, ουΐσκι με κόκα κόλα. Προσπαθούσαν να βρουν εναλλακτικά σενάρια σε περίπτωση που τους απαγορευόταν η είσοδος. Γινόταν ένα πάρτυ, αλλά οι φίλοι τους ήταν ήδη αρκετά μεθυσμένοι και η συνεννόηση ήταν δύσκολη. Κι άλλοι χαμένοι παράδεισοι…

‘Και ποια είναι η εναλλακτική που δίνει η Δύση’, ρωτούσα το Σαΐντ πριν έρθουν οι κοπελιές. ‘Μήπως υπάρχει εκεί ευτυχία; Ψυχοφάρμακα και αδιέξοδα’. Μα δεν υποστήριζε πως στη Δύση είναι καλύτερα.

Το γκατ τον είχε ανεβάσει σα να είχε σνιφάρει κόκα. Είχε κάνει το ντους του, είχε βγάλει τα υεμενέζικα ρούχα κι είχε βάλει παντελόνι και πουκάμισο. Έτοιμος για το ρώσικο κλαμπ. Να σκοτεινιάσει το μυαλό του με ρώσικες μπόμπες. Περάστε! Το καζάνι σας σάς περιμένει! Τo τρίτο δεξιά! Καυτό όπως σας αρέσει…

Published in: on Ιουλίου 20, 2009 at 17:08  Σχολιάστε  

ένας σαναανέζικος γάμος

Η ώρα είναι δύο το πρωί και ο ήχος από το ούτι, το τουμπερλέκι, τα μπόγκος και το τραγούδι ακούγονται ακόμη μέχρι το σπίτι μου. Οι γαμπροί έφυγαν. Πήγαν να συναντήσουν τις νύφες τους και μετά από μια πιθανότατα μακρά αναμονή να βρεθούν μόνοι.

οι σκηνές όπου στήθηκε το γλέντι. Το σπίτι μου είναι ακριβώς από πίσω

οι σκηνές όπου στήθηκε το γλέντι. Το σπίτι μου είναι ακριβώς από πίσω

Το γλέντι ξεκίνησε χτες με διαφόρων ειδών κροτίδες που τις αγαπούν πολύ οι Σαναανέζοι, όπως κι ο,τιδήποτε κάνει θόρυβο. Το ασκητικό πρόγραμμα εργασίας που μου έχω βάλει δεν μου επέτρεψε να βγω από το σπίτι πριν τα μεσάνυχτα. Στο κεντρικό παράλληλο δρόμο από το σπίτι μου είχαν στηθεί δύο μεγάλες σκηνές σε ένα κενό οικόπεδο. Μόνο άντρες. Δεν τόλμησα να μπω και συνέχισα για μια απολαυστικότατη βόλτα στη νυχτερινή Σάναα Καντίμα (Παλιά Σάναα). Τα όργανα δεν σταμάτησαν πριν από τις 3.

χορός της τζαμπίας

χορός της τζαμπίας

Την επομένη με ξύπνησαν κρουστά. Δεν μπόρεσα ν’ αντισταθώ. Έπεισα τον εαυτό μου ότι χρειάζομαι φαγώσιμα και βγήκα. Το γλέντι ήταν στημένο στον κάθετο δρόμο από το σπίτι μου. Κρουστά, τραγούδι και χορός της τζαμπίας, του μικρού σπαθιού που συμπληρώνει τη στολή με την οποία οι Σαναανέζοι νιώθουν καλοντυμένοι, και θα συμφωνήσω μαζί τους. Μόνο άντρες και παιδιά. Οι γυναίκες; Οι γυναίκες στο σπίτι. Οι γαμπροί εμφανίστηκαν μετά από λίγο. Τρεις στον αριθμό. Δύο αδέρφια κι ένας ξάδερφός τους. Ηλικίες: τριαντακάτι, εικοσικάτι και δεκαπέντε. Ο ένας από αυτόύς έχει με τους αδερφούς του το συνοικειακό ψιλικατζήδικο, οπότε τον ήξερα. Χορός της τζαμπίας και τραγούδι.

Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται οι δίσκοι με τα φαγητά. Να πάω μαζί τους. Μα είμαι γυναίκα και δεν έχει γυναίκες μέσα. Όχι, όχι, δεν υπάρχει πρόβλημα∙ είμαι ξένη. Δεν είναι χαράμ (=απαγορευμένο από το Κοράνι). Απλά στην παράδοση του τόπου τα γλέντια δεν είναι μεικτά.

Μακριοί μουσαμάδες σχημάτιζαν διαδρόμους με φαγητά, εκατέροθεν των οποίων καθίσαμε. Κάθισα στην άκρη. Μου έφεραν κουτάλι. Προτίμησα τα χέρια μου. Είμαι ξένη, αλλά όχι τόσο. Συνεχώς πιάτα έρχονταν μπροστά μου. Κι ένα νέο ποτήρι τσάι έβρισκε το χέρι μου. Θέλω κάτι άλλο; Όχι, όλα τέλεια!

Σε σχετικά γρήγορο χρόνο οι σκηνές, που επικοινωνούσαν σχηματίζοντας έναν σχεδόν εννιαίο χώρο, άρχισαν ν’ αδειάζουν. Οι Σαναανέζοι τρώνε γρήγορα και άλλωστε ήταν ώρα για γκατ.

μέρος της ποσότητας που κατανάλωσα την ημέρα του γάμου... Στις 6 το πρωί κοιμήθηκα. Αν μπορείτε να το ξεχωρίσετε, είναι δύο διαφορετικά είδη. Εννοείται πως δεν θυμάμαι την ονομασία του καθενός. Θαρρώ πως 'αποθήκευσα' 4 διαφορετικά είδη

μέρος της ποσότητας που κατανάλωσα την ημέρα του γάμου... Στις 6 το πρωί κοιμήθηκα. Αν μπορείτε να το ξεχωρίσετε, είναι δύο διαφορετικά είδη. Εννοείται πως δεν θυμάμαι την ονομασία του καθενός. Θαρρώ πως 'αποθήκευσα' 4 διαφορετικά είδη

Δεν έχω χαρτογραφήσει ακόμη την ‘αποθήκευση’ του γκατ, για να κάνω κατά λέξη μετάφραση. Είναι ένα χόρτο που μόνο τρεις χώρες δεν αναγνωρίζουν ως ναρκωτικό: η Υεμένη, η Σομαλία και το Σουδάν. Στην Υεμένη η ‘αποθήκευση’ ή μάσημα του γκατ ξεκινάει από τις 12 περίπου το μεσημέρι κι ένας λόγος που οι Σαναανέζοι τρώνε νωρίς (12-2 αυστηρά) είναι για ν’ αρχίσουν νωρίς το μάσημα. Το ‘αποθηκεύουν’ σε ποσότητες συνήθως σε ένα από τα δύο τους μάγουλα και το μασάνε σιγά σιγά χωρίς να το καταπίνουν. Ένα καλό μάσημα διαρκεί γύρω στις τρεις ώρες. Είναι διεγερτικό και στη Σάναα έχει αντικαταστήσει τον καφέ και το αλκοόλ (που είναι ούτως ή άλλως χαράμ, απαγορευμένο), και είναι φορέας κοινωνικοποίησης με τον τρόπο που είναι τ’ άλλα δύο σε άλλους κόσμους (περισσότερες πληροφορίες προσεχώς).

Το πρόγραμμα λοιπόν περιλάμβανε μάσημα γκατ μέχρι τις εφτά. Να πάω. Θα είναι κι άλλες γυναίκες; Όχι. Γίνεται; Φυσικά και γίνεται.

Μεταφερθήκαμε τραγουδώντας μέχρι ένα κτίριο στη γειτονιά που είχε τρεις αίθουσες για ανάλογες τελετές. Σε μια εξέδρα κάθισαν οι τρεις γαμπροί. Να πάω να χαιρετήσω. Κάποιος μετέφρασε τις ευχές μου. Να βγάλουμε φωτογραφία. Όχι, όχι, ντροπή. Καθόλου ντροπή. Να βγάλουμε.

οι γαμπροί της ευτυχίας! δεν θέλετε και τη φάτσα μου φαντάζομαι...

οι γαμπροί της ευτυχίας! δεν θέλετε και τη φάτσα μου φαντάζομαι...

Μετά τις ευχές μού έδειξαν πού να καθίσω στην αίθουσα. Τι ήταν αυτό μπροστά μου; Α, η κονσόλα. Όταν ήρθαν τα όργανα βρέθηκα να κάθομαι ανάμεσα στους τραγουδιστές και τους οργανοπαίκτες με 150 (;) περίπου άντρες και αγόρια. Ούτι, τουμπερλέκι, μπόγκος και φωνή. Τα τραγούδια ήταν τριμερή, με το πρώτο μέρος αργό και τον ρυθμό ν’ ανεβαίνει σε κάθε επόμενο μέρος. Μετά από κάθε τραγούδι οι μουσικοί βάζαν τα όργανα στη θήκη. Κάποιος έπαιρνε το μικρόφωνο κι έλεγε ένα τραγούδι, ή σχηματίζονταν δύο ομάδες που τραγουδούσαν διαλογικά σε τόνους που θα θεωρούσα πολύ ψηλούς για ανδρικές φώνες, ή κάποιος θα έλεγε κάποιο απόσπασμα του Κορανίου. Και πάλι όργανα.

Είχα ξαναμασήσει γκατ; Δυο-τρεις φορές. Τρία διαφορετικά είδη βρίσκονταν στα πόδια μου. Μέχρι να φύγουμε είχα γεμίσει κι εγώ το μάγουλό μου. Ήμουν ευτυχισμένη; Όλα τέλεια! Είναι από το γκατ. Όχι, είναι γιατί είστε όλοι υπέροχοι κι ευγενικότατοι. Δεν τους είπα ότι τους έχω αγαπήσει, όλους μαζί και τον καθένα χωριστά.

Όταν πλησίαζε η απογευματινή προσευχή το διαλύσαμε μετά από μια κουβέντα (στα αραβικά μου του δρόμου) με τον τραγουδιστή δίπλα μου… περί ισλάμ…

Το γλέντι θα ξανάρχιζε μετά από μια ώρα στον κάθετο δρόμο από το σπίτι μου.

Άκουσα τα κρουστά και σιγά σιγά κατέβηκα. Χορός της τζαμπίας, κρουστά και τραγούδι στο δρόμο που είχε φωτιστεί ειδικά για την περίσταση. Σύντομα ήρθε ένα συνθεσάιζερ και το αποτέλεσμα ήταν το γνωστό και οικείο σκυλοειδές.

Γύρω στις δέκα το βράδυ έφτασε ένα κλειστό βανάκι στολισμένο. Ήταν οι νύφες. Να πάω να δω. Μπορώ; Φυσικά. Αλλά δεν επιτρέπονται οι φωτογραφίες.

Με οδήγησαν σε ένα γειτονικό σπίτι, το σπίτι των δύο αδερφών. Σε ένα δωμάτιο του ισογείου με κακό εξαερισμό ήταν μαζεμένες γυναίκες. Κάποιες μασούσαν γκατ, κάποιες κάπνιζαν ναργιλέ και οι υπόλοιπες είχαν αγκαλιά τα παιδιά τους. Δεν ήταν καλυμμένες. Σ’ όλο το σπίτι ήταν μόνο γυναίκες και μικρά παιδιά, μέχρι δέκα ετών. Κάποιες φορούσαν επίσημα ρούχα, κάποιες όχι. Αρκετές είχαν φυτικά μοτίβα στα χέρια τους ζωγραφισμένα με χέννα. Κάποιες, νεαρές, ήταν βαμμένες αρκετά έντονα.

Οι νύφες έμπαιναν μία μία, καλυμμένες ολόκληρες μ’ ένα στεφάνι ψεύτικα λουλούδια στο κεφάλι. Μια γυναίκα έπαιζε ένα κρουστό και τραγουδούσε, μια άλλη χτυπούσε ρυθμικά έναν μεταλλικό δίσκο μ’ ένα κουτάλι. Το τραγούδι συνοδευόταν συχνά από τη χαρακτηριστική γυναικεία ιαχή στις μουσουλμανικές χώρες. Μα πώς το κάνουν; Μου δείξανε. Ναι, ήμουν καλή!

Πριν να μπει κάθε νύφη, χορεύανε μία μία τις βαλίτσες της που ανέβαιναν στους πάνω ορόφους. Οι δύο θα έρχονταν να εγκατασταθούν σ’ αυτό το σπίτι. Η τρίτη θα πήγαινε σε άλλο. Η είσοδος της νύφης συνοδευόταν από την παιχνιδιάρικη διαπραγμάτευση να βγάλει ή να μη βγάλει το πέπλο. Όχι δεν θα το έβγαζε.

Κατευθυνθήκαμε προς τους πάνω ορόφους από μια στενή σκάλα (περιγραφή των σαναανέζικων σπιτιών προσεχώς). Η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική. Το σπίτι δεν είχε κάποιο ιδιαίτερο στολισμό για την περίσταση. Φτάσαμε σ’ ένα δωμάτιο. Οι τρεις νύφες είχαν βγάλει τα πέπλα, αποκαλύπτοντας τα άσπρα στράπλες νυφικά τους. Ήταν υπερβολικά βαμμένες, με κάτασπρο μέικαπ. Σχέδια χέννας στόλιζαν το μπούστο και τα χέρια τους. Ήξερα ότι η γυναίκα του δεκαπεντάχρονου ήταν επίσης δεκαπέντε. Οι άλλες δύο πρέπει να ήταν γύρω στα είκοσι. Παραπάνω; λιγότερο; δεν μπορούσα να καταλάβω.

Κατέβηκα και κάθισα λίγο ακόμη στο ισόγειο δωμάτιο «συζητώντας». Γιατί δεν είχα έρθει να φάω το μεσημέρι; Ήμουν με τους άντρες. Τους έδειξα φωτογραφίες. Κάποιος ήταν ο σύζυγος κάποιας και τα παιδιά κάποιας άλλης.

Βγήκα να συναντήσω τους άντρες. Οι γαμπροί είχαν καθίσει σε έναν καναπέ σχεδόν στη μέση του δρόμου. Σιγά σιγά, χορεύοντας και τραγουδώντας μπήκαν στις σκηνές.

Ήταν διαμορφωμένες για άραγμα με τα έπιπλα που έχουν τα περισσότερα σαναανέζικα σπίτια που έχω μπει. Πάλι μόνο άντρες. Μπήκα δειλά. Έκατσα σε μια γωνιά. Κάποιος ήρθε και με πήρε. Μου έδειξε πού έπρεπε να καθίσω. Γεια σου κονσόλα! Γεια σας κι εσάς μουσικοί.

Γκατ, τραγούδι, χορός, διάλειμμα∙ χωρίς όμως προσευχές και ερασιτεχνικά τραγούδια. Γύρω στη μία οι γαμπροί μπήκαν στη διαδικασία αποχώρησης για να γνωρίσουν επιτέλους τις συζύγους τους.

Τους γάμους στη Σάναα τους κανονίζουν οι γονείς με κεντρικό πρόσωπο τη μητέρα του γαμπρού. Οι γονείς του γαμπρού επισκέπτονται τους γονείς της νύφης για να τη ζητήσουν. Τα σχολεία στην Υεμένη είναι χωριστά για αγόρια και κορίτσια, οπότε οι πιθανότητες να γνωρίζονται είναι λίγες. Μόνο αν ήταν γειτονόπουλα και έπαιζαν μαζί στο δρόμο όταν ήταν παιδιά. Η οικογένεια της νύφης κάνει σχετική έρευνα για το ποιόν του γαμπρού. Μπορούν ν’ ανταλλάξουν φωτογραφίες ή αν συμφωνήσουν και οι δύο μπορεί να δει ο ένας τον άλλο, ποτέ όμως μόνοι. Ο γαμπρός ή οικογένεια του γαμπρού πληρώνει όλα τα σχετικά του γάμου και δίνει την προγαμιαία δωρεά στη νύφη, η οποία συνήθως έρχεται να εγκατασταθεί με την οικόγενεια του γαμπρού, τουλάχιστον μέχρι ν’ αποκτήσουν παιδιά.

braduΚαθώς συνοδεύαμε χορεύοντας τους γαμπρούς οδηγώντας τους στο σπίτι, προσπαθούσα να σκεφτώ πώς αισθάνονται… Όταν φεύγαμε ακούσαμε τις ιαχές υποδοχής από τις γυναίκες.

Το γλέντι συνεχιζόταν και συνεχίζεται ακόμη. Στο στενό του σπιτιού μου, που το ήξεραν και τα δέκα άτομα που έτυχε να περπατάμε μαζί, σταματήσαμε. Καληνύχτα, ευχαριστώ!

Ήταν εκεί κι o Σαναανέζος που δεν θα κρύψω ότι μου έκανε ένα κλικ. Ήταν συγγενής των γαμπρών και γύριζε το βίντεο. Το μισό μάλλον έχει την αφεντομουτσουνάρα μου… Γυρίζοντας άνοιξα το Impossible relationships με νέο παράρτημα για το 2009. Φυσικά και είχε τις φωτογραφίες μας. Μέλος αραβικής παραδοσιακής μουσουλμανικής κοινωνίας και αναρχοαυτόνομη προϊόν της δυτικοβαλκανικής κουλτούρας. Μπιιιιιπ! Λυπάμαι χάσατε! Άραγε το ραβασάκι με το τηλέφωνο που μου έφεραν τρία σοβαρά πιτσιρίκια την επόμενη μέρα το απόγευμα να ήταν από αυτόν (ή δεν ρώτησα τ’ όνομά του ή δεν το θυμάμαι) ή κάποιος άλλος μ’ έχει βάλει στο μάτι; Θα μου το έφερναν άραγε αν δεν ήμουν ξένη; Ποιος ξέρει…

Published in: on Ιουλίου 15, 2009 at 18:41  9 Σχόλια  

σεξουαλική παρενόχληση

Το μυστήριο με τις αλλαξοκωλιές στα λεωφορειάκια της Σάναα λύθηκε: οι άντρες δεν κάθονται δίπλα στις γυναίκες. Έτσι πριν εισέλθει στο όχημα οποιαδήποτε συνεπιβάτιδα, πρέπει να διασφαλιστεί ότι υπάρχει θέση είτε μεμονωμένη (τα μεγαλύτερα λεωφορειάκια έχουν και τέτοιες) ή μόνη της σε καναπεδοειδές κάθισμα είτε με άλλες γυναίκες. Δεν υπάρχουν εξαιρέσες για ξένες, οι οποίες άλλωστε, με καλυμμένη την κεφαλή ή ακάλυπτες, υπάγονται στην αυτή κατηγορία των ‘γυναικών’. Χτες ας πούμε καθόμουν μόνη μου σε ένα κάθισμα για τρία άτομα, ένω μπροστά μου στριμώχνονταν σε κάθισμα των τριών τέσσερις άντρες, ο κώλος του ενός εκ των οποίων κρεμόταν ο μισός έξω και αναγκαζόταν να κρατιέται από την οροφή του οχήματος για να μην εκτοξευτεί από την ανοιχτή συρτή πόρτα.

Την έχω συνηθίσει τη φάση κι έτσι συμβαίνει κάποιες φορές να είμαι η μοναδική γυναίκα σε θέση των τριών ενώ γύρω μου το λεωφορείο να είναι γεμάτο κι εγώ να μην κουνιέμαι. Δεν υπάρχει καμία περίπτωση να καθίσει κάποιος άντρας δίπλα μου.

Έτσι λοιπόν μου έκανε κάκιστη εντύπωση όταν ένας νεαρός με στολή σεκιουριτά μπήκε προχτές στο λεωφορείο και κάθισε στο ί δ ι ο κάθισμα με μένα παρόλο που το όχημα ήταν σχεδόν άδειο. Υπήρχε βέβαια θέση για ένα άτομο ανάμεσά μας, αλλά τι σήμαινε αυτό; Ακούς εκεί, ο βρωμομπατσοειδής, ο παλιοχαρακτήρας! Τι με πέρασε; Επειδή είμαι ξένη; Μαζεύτηκα στο παράθυρο και γύρισα το κεφάλι μου από την άλλη, εμφανώς ενοχλημένη. Μετά από λίγο ο μπατσοειδής μεταφέρθηκε σε μια πίσω θέση… Ε μα πια!

Published in: on Ιουλίου 2, 2009 at 18:57  12 Σχόλια