Ραμαζάνι στο χωριό

Στο τηλέφωνο ήταν η καλή μου γειτόνισσα. Θα πήγαιναν στο χωριό για το φουτούρ (το γεύμα που σπάει τη νηστεία του Ραμαζανιού μετά το απογευματινό κάλεσμα για προσευχή. Στην Αίγυπτο το λένε ιφτάρ). Θα το ‘θελα πολύ μα δεν μπορώ. Έχω ένα κείμενο που πρέπει να τελειώσω. Μα πρέπει. Μα δεν μπορώ. Μα πρέπει. Μα δεν μπορώ. Μα-πρε-πει! Μα-δεν-μπο-ρώ! Τέλος πάντων κλείσαμε το τηλέφωνο χωρίς να είναι σαφές που καταλήξαμε. Στις 17:20 χτύπησε την πόρτα ο γείτονας. Μα είπα πως δεν έρχομαι. ΠΡΕ-ΠΕΙ!!! Άτακτη υποχώρηση. Ντύθηκα,πήρα τα αναψυκτικά που είχα αγοράσει και μπήκα στο αυτοκίνητο.

Οι γείτονες δεν υπολόγισαν ότι θα καθυστερούσα και ξεκινήσαμε αργά από τη Σάναα. Στο δρόμο είχε πολλή κίνηση. Όλοι πήγαιναν σπίτια τους για το φουτούρ. Κόρνες και εκνευρισμός. Πλακωθήκαμε κι εμείς με κάτι τύπους που μας τη βγήκαν με ένα καροτσάκι πλανόδιου. Ο γείτονας άνοιξε την πόρτα και τα κλωτσομπουνίδια άρχισαν στο δευτερόλεπτο. Άλλοι άντρες ήρθαν και τους χώρισαν∙ κάποιοι φώναζαν αΐπ αΐπ (ντροπή, ντροπή). Ο καυγάς έληξε και συνεχίσαμε την τρελή μας κούρσα (βλ. βίντεο).

burgaΤη διαδικασία την ήξερα πλέον. Μπούργκα, ω μπούργκα! Δεν είχα φέρει μαζί μου αυτή που μου χάρισε η γειτόνισσα, οπότε η αδερφή του γείτονα έδεσε τη μαντήλα της έτσι ώστε να αφήνει ακάλυπτα μόνο τα μάτια, και μου έδωσε τη μπούργκα της. Ίσα που προλάβαμε πριν από το μπλόκο! Καταφέραμε να φτάσουμε στο χωριό ακριβώς την ώρα που φώναζε ο μουεζίνης!

Νόμιζα πως η φάση θα παιζόταν όπως την προηγούμενη φορά (βλ. ποστ ‘Παρασκευή στο χωριό’), που μια χαρά τα είχαμε περάσει με την ευμεγέθη οικογένεια της γειτόνισσας. Έκανα λάθος και δεν άργησα να καταλάβω γιατι έ-πρε-πε να πάω. Τα πιτσιρίκια που βρίσκονταν στο σπίτι με ανέλαβαν αμέσως. Με έβαλαν να καθήσω στη μικρή μαφράτζα (βλ. φώτο στο ‘αυγουστιάτικη πανσέληνος’), όπου αρχικά ήμαστε μόνοι μας, εφτά πιτσιρίκια κι εγώ.

Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται γυναίκες που δεν ήξερα και αφού χαιρετούσαν τις υπόλοιπες που κάθονταν σιγά σιγά στη μαφράτζα έπαιρναν κι εκείνες τη θέση τους. Γύρω στις 15 μαζευτήκαμε, μαζί με έναν ασαφή αριθμό πιτσιρικιών (πάνω από 10 σίγουρα). Ήταν η ημέρα που οι γυναίκες –συγγενείς και γειτόνισσες- μαζεύονταν σε αυτό το σπίτι. Πού ήταν οι σύζυγοί τους; Με άλλους συγγενείς. Ο γείτονας άφαντος. Έφαγε στην κουζίνα, όπως έμαθα αργότερα, με έναν από τους συζύγους του σπιτιού και μετά πήγαν για γκατ στο μαγαζί του δεύτερου.

μέρος του 'τραπεζιού' (=μουσαμάς πάνω σε ύφασμα στο χαλί). Γύρω υπήρχαν περίπου 15 γυναίκες και άλλα τόσα πιτσιρίκια. Στις γυναίκες στην Υεμένη δεν αρέσουν οι φωτογραφίεςΤο πλουσιοπάροχο γεύμα στρώθηκε στο χαλί του χωλ. Τα κοινά μας πιάτα έφευγαν μόλις άδειαζαν κι αντικαθιστώνταν με νέα. Πιάσαμε κουβέντα με την αδερφή της μαμάς της γειτόνισσας στο ημίφως, καθώς από την αρχή του γεύματος δεν είχαμε ρεύμα. Φυσιογνωμία! Έντεκα παιδιά είχε κάνει, ζωή να ΄χουνε. Είναι ωραία η μεγάλη οικογένεια, λέει. Άλλα ήταν στο χωριό και άλλα στη Σάναα.

Μετά το γεύμα, μαζεύτηκε το ‘τραπέζι’ και αράξαμε στο χαλί. Επιτροπή των πιτσιρικιών ήρθε να με προσκαλέσει στη μικρή μαφράτζα. Τους είπα ‘αργότερα’. Είχαν μαζευτεί πολλά και με τα πιτσιρίκια που ντρέπονται η συνεννόηση είναι δύσκολη. Σε λίγο ήρθε η ώρα του γκατ.

Μαζευτήκαμε στη μικρή μαφράτζα. Οι γυναικείες τσάντες άνοιξαν και βγήκαν τα σακουλάκια του γκατ. Αρκετές με παρακολουθούσαν να δουν αν τα καταφέρνω. Το καθημερινό γκατομάσημα στη διάρκεια του Ραμαζανιού με έχει κάνει ξεφτέρι! Η δασκάλα γειτόνισσά μου με είχε δίπλα της με περηφάνεια.

Αρκετές από τις γυναίκες ήταν ντυμένες σα να πήγαιναν σε βραδινή δεξίωση. Δυο κοπελιές, γύρω στα 16-17, μόλις έβγαλαν το ‘παλτό’ (το μαύρο φουστάνι που είναι αναπόσπαστο μέρος της ‘στολής δρόμου’), βγήκαν τα τούλια, τα στρας και οι ταφτάδες. Όλες φορούσαν φουστάνια, διαφόρων χρωματισμών και σχεδίων (κάποια με ντεκολτέ) και όλες φορούσαν παντελόνια κάτω από αυτές τις τουαλέτες δεξίωσης. Έτσι πάει το πράγμα.

Υπήρχε ένα μωρό που άλλαζε χέρια καθόλη τη διάρκεια της παραμονής μου στο σπίτι. Αν δεν θυμόμουν από την προηγούμενη φορά ποια ήταν η μητέρα του, θα ήταν αδύνατο να καταλάβω. Περνούσε από γυναίκα σε γυναίκα και όλες του μιλούσαν και το έπαιζαν (κάποιες άγρια θα έλεγα). Η καθεμιά τους είχε τουλάχιστον τρία παιδιά, αλλά δεν μπορούσαν να αντισταθούν σε ένα ακόμη. Το μωρό δεν αντιδρούσε καθόλου. Μετά από τρεις ώρες γύρα, επιτέλους διαμαρτυρήθηκε. Ναι, ήταν τελικά ζωντανό.

Η παρέα περιλάμβανε δύο μαμάδες που θήλαζαν, τη μητέρα του προαναφερθέντος μωρού και τη μαμά ενός παιδιού που χόρευε άνετα το χορό της τζαμπίας. Όταν άρχισαν να διαμαρτύρονται και τα δύο, σε διαφορετικές φάσεις, οι μαμάδες πέταξαν έξω τα βυζιά τους (ένα η καθεμιά) και τα τάισαν.

Τα πιτσιρίκια σιγά σιγά αποσύρονταν. Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε (πρέπει να ‘ταν γύρω στη 1 το πρωί), βρήκα τρία να κοιμούνται χύμα στο πάτωμα του χωλ (εκεί που είχαμε φάει), χωρίς μαξιλάρια, σκεπασμένα με μια κουβέρτα. Γύρω τους γινόταν χαμός, καθώς άλλα έπαιζαν και οι γυναίκες φώναζαν η μία στην άλλη. Τα πιτσιρίκια δεν φαίνονταν να πτοούνται.

Σε δυο-τρεις μέρες θα αρχίσουμε τη φεγγαροπαρατήρηση για να ορίσουμε τη λήξη του Ραμαζανιού (βλ. ποστ ‘Εδώ το Ραμαζάνι, εκεί το Ραμαζάνι), η οποία αναμένεται γύρω στις 20 Σεπτέμβρη. Θα ακολουθήσει μια τετραήμερη γιορτή που εξαντλείται αποκλειστικά σε επισκέψεις από σπίτι σε σπίτι. Μετά από αυτό, δεσμεύομαι να γράψω ένα ποστ για το Ραμαζάνι στη Σάναα, το οποίο έχει πάρα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα.

Με το στόμα μου πρησμένο από τη χτεσινή υπερκατανάλωση γκατ, σας φιλώ

Υ.Γ. Για να δείτε τις λεζάντες στις φωτογραφίες, ακουμπήστε τις με τον κέρσορα πάνω στη φωτογραφία

Published in: on Σεπτεμβρίου 16, 2009 at 13:04  5 Σχόλια  

μια Παρασκευή στο χωριό

(συνέχεια από το ‘Αυγουστιάτικη πανσέληνος σε ένα σαναανέζικο χωριό’)

Η Παρασκευή στο Γαρές (30 χλμ. έξω από τη Σάναα) άρχισε νωρίς, γύρω στις 7 το πρωί. Εγώ μάλλον δεν είχα κοιμηθεί καθόλου και οι υπόλοιποι του σπιτιού πρέπει να βρίσκονταν σε αντίστοιχη κατάσταση, με λίγο έως καθόλου ύπνο. Το ίδιο συνέβαινε και με τα παιδιά, κάποια από τα οποία εμφανίζονταν κατα μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα μέσα στη νύχτα, παρακολουθώντας τις συζητήσεις των μεγάλων. Ήταν η πρώτη φορά από τότε που ήρθα στην Υεμένη που μου πήρε χρόνο να κερδίσω τα παιδιά του σπιτιού, που ήταν αρκετά επιφυλακτικά απέναντί μου. Μάλλον δεν είχαν ξαναδεί ποτέ ξένο…

Ανεβήκαμε με τη μαμά στην ταράτσα του διόροφου σπιτιού να επιθεωρήσουμε το χωριό. Τα πάντα στο χρώμα τις άμμου με διαλείμματα για γκατοφυτείες, από όσο μπορούσα ν’ αναγνωρίσω. Κανένα σπίτι δεν ήταν κολλητά με το άλλο. Το χωριό βρισκόταν στις παρυφές ενός από τα πετρώδη βουνά που περιβάλλουν τη Σάναα, την οποία μπορούσαμε να δούμε στο βάθος. Κάθε γκατοφυτεία είχε έναν μικρό τετράγωνο πέτρινο πύργο για τη φύλαξή της!

Κατεβήκαμε μια βόλτα στη γκατοφυτεία της οικογένειας, με τη μαμά και το γείτονά μου. Τα παιδιά έπαιζαν έξω από την κουζίνα. Στο παρελθόν υπήρχε νερό στο χωριό, πλέον όμως το φέρνουν με βυτία από μια διπλανή περιοχή. Στη Σάναα το φαινόμενο του θερμοκηπίου είναι μια πραγματικότητα. Μέχρι και τα πρόσφατα καλοκαίρια έβρεχε καθημερινά τα απογεύματα. Φέτος, δεν έχει βρέξει ούτε δέκα φορές στους δύο μήνες που βρίσκομαι εδώ. Έτσι η ταλαιπωρία μεταφοράς νερού στο Γαρές πρέπει να έχει κάποιο οικονομικό αποτέλεσμα, και τι πιο γρήγορο από το γκατ; Κάπου κάπου, μέσα στην ασθενή γκατοφυτεία (η γειτονική ήταν πιο ανεπτυγμένη, οργανωμένη και περιποιημένη), ξεφύτρωναν και μερικές ντοματιές, ενώ κοντά στο σπίτι είχε και λουλούδια.

Η κουζίνα βρισκόταν σε αναβρασμό. Οι τρεις νεαρές γυναίκες του σπιτιού ετοίμαζαν το πρωινό. Να πήγαινα στο σαλόνι. Ήμουν φιλοξενούμενη και ήταν ντροπή να είμαι στην κουζίνα. Μα ήθελα να δω! Μου έστρωσαν χαλάκι να κάτσω (να σημειώσω ότι πουθενά στο σπίτι δεν υπήρχαν καρέκλες και ψηλά τραπέζια).

Προσπαθούσαν να ανάψουν δυο απαρχαιωμένες γκαζιέρες (μάτια γκαζιού συνδεδεμένα με φιάλη) σαν αυτή που έχω σπίτι μου. Την προηγούμενη μέρα μου είχαν δείξει κινητά που τα είχαν αγοράσει 15 χιλιάδες ριάλια (σχεδόν το μισό νοίκι του κατά κοινή ομολογία ακριβού σπιτιού μου). Σίγουρα μπορούσαν με λιγότερα ν’ αγοράσουν μια καινούρια. Τι να πεις; Συμβολικό κεφάλαιο, που θα έλεγε ο Μπουρντιέ.

Στη μέση της κουζίνας υπήρχε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συσκευή: ήταν ένας σκουριασμένος φούρνος γκαζιού, σα βαρέλι με διπλό τοίχωμα. Από το κάτω μέρος άναβε φλογίτσες που σχεδόν κάλυπταν τον πάτο και το εσωτερικό του διπλού τοιχώματος. Το ζυμάρι ήταν έτοιμο. Το έκαναν μπαλίτσες, το πλακούτσωναν, το κολλούσαν κάθετα στα τοιχώματα του φούρνου και το άλειφαν με αυγό. Έκανα κι εγώ το τελευταίο! Έπρεπε να έχω φωτογραφική μόνο γι’ αυτό (επιφυλάσσομαι την επόμενη φορά που θα πάω, να εμπλουτίσω φωτογραφικά το ποστ). Το καπάκι έκλεισε. Μετά από λίγο θα το ανοίγαμε, θα ξεκολλούσαμε τις πίτες από τα τοιχώματα καίγοντας τα δάχτυλά μας και θα τις βάζαμε σε μια μεγάλη χοντροπλεγμένη ψάθα (δεν ξέρω αν υπάρχουν τέτοια στην Ελλάδα κι αν έχουν όνομα). Για την προετοιμασία του πρωινού συνδυαζόταν ο νεροχύτης με το πάτωμα. Τα ποτήρια που θα πίναμε τσάι, ξεπλύθηκαν καλά, αλλά χωρίς απορρυπαντικό, που δεν είδα να υπάρχει στο νεροχύτη.

Είναι πολύ σύνηθες στον αραβικό κόσμο (δεν ξέρω αν υπάρχει και αλλού), να υπάρχει ένα ποτήρι δίπλα στην ‘πηγή’ νερού (ένα θερμός σε σπίτι ή ταβερνείο, στο δρόμο σε ντεπόζιτα που προσφέρουν νερό δίπλα σε τζαμιά ή στην αγορά) από το οποίο πίνουν όλοι, γνωστοί και άγνωστοι. Το έχω πράξει αρκετές φορές και μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι αν δεν ζείτε αποστειρωμένοι δεν παθαίνετε τίποτα. Άλλωστε και στα μαγαζιά που πουλούν χυμούς ή στην ταβέρνα που θα σας φέρει τσάι, σπάνια τα ποτήρια έχουν πλυθεί με απορρυπαντικό. Βρίσκομαι ένα χρόνο στον αραβικό κόσμο και πίνω από παντού χωρίς δισταγμό. Το ότι δεν έχω κολλήσει τίποτα (και οι ξένοι που έχω γνωρίσει να μένουν, επίσης) με έχει προβληματίσει ιδιαίτερα για το λόγο που υπάρχει εμμονή στην Ευρώπη με τα απορρυπαντικά. Μήπως είναι ένα τρικ των βιομηχανιών και τελικά δεν είναι τόσο απαραίτητα;

Στρώθηκαν δυο χαλιά έξω από την κουζίνα και καθίσαμε γύρω από τα ταψάκια που έρχονταν, κυρίως σαλτοειδή (μου είπαν τα ονόματά τους, αλλά σιγά μην τα θυμόμουν) το ένα με λάμπαν (έχει σκόρδο και κάποια επεξεργασία γάλακτος), ταχίνι και λάδι, το άλλο με βασικό συστατικό τριμμένη ντομάτα και κρεμμύδια (δεν θυμάμαι τι άλλο) και το άλλο μικρά άσπρα φασόλια με τριμμένη ντομάτα. Μας γέμισαν τα ποτήρια με καφέ (να σημειώσω ότι γενικά οι Άραβες πίνουν σε διαφανή ποτήρια όλα τα ζεστά τους ροφήματα). Ήταν καφές από το φασόλι του καφέ, αλλά πολύ ξανθός και δεν είχε καθόλου γεύση καφέ. Δυστυχώς δεν είδα τις πρώτες ύλες, ούτε τον τρόπο παρασκευής. Υπήρχε όμως και κέσρε (με παχύ –σ-), δηλαδή ‘καφές’ από το κάλυμμα του φασουλιού (βλ. ποστ ‘υεμενέζικος καφές’), που τον έπινε μόνο η μαμά του σπιτιού και μου έδωσε το φλυντζάνι της να δοκιμάσω (αυτό ήταν μικρό φιλντζάνι του γνωστού μας είδους). Δεν με άφησαν να βοηθήσω στο μάζεμα των πιάτων. Ήμουν φιλοξενούμενη.

Μπήκαμε στο ταξί του γείτονα και φύγαμε για βόλτα. Ήμασταν έξι ενήλικες (τρεις άντρες, τρεις γυναίκες) και δύο πιτσιρίκια (ένα μπροστά κι ένα πίσω). Μέχρι να ξεκινήσουμε είχαν μπει και τρία πιτσιρίκια στο πορτπαγκάζ. Όταν άναψε η μηχανή, είπα ότι τα παιδιά ήταν πίσω. Κανείς δεν έδειξε να προβληματίζεται! Μάλλον εκεί ήταν η συνήθης θέση τους!

Πήγαμε στο κτήμα της οικογένειας, από όπου μαζέψαμε φίρσικ (μικρά πράσινα ροδακινάκια, από κοντές ροδακινιές) και σταφύλια από το αμπέλι τους. Ο τρόπος μαζέματος ήταν απλός: κούνησε την φιρσικιά να πέσουν τα φιρσίκια. Το κτήμα είχε πηγάδι με αντλία και το πετρέλαιο για τη λειτουργία της ήταν τόσο πολύ γύρω της και είχε ποτίσει τόσο το έδαφος (είχε και λιμνούλες), που αρχικά νόμιζα ότι βγάζουν πετρέλαιο! Μαζέψαμε μισό τσουβάλι φίρσικ, που τα ξεμπαρκάραμε στο σπίτι μαζί με τον έναν άνδρα και τα τρία πιτσιρίκια του πορτπαγκάζ.

Οι άντρες σταμάτησαν σ’ ένα μαγαζί να μας πάρουν αναψυκτικά, νερό και γλυκάκια. Οι γειτόνισσά μου δυσανασχετούσε συνεχώς για τη μπούργκα και μου έλεγε ότι τα ρούχα μου ήταν πολύ καλά. Κατευθυνόμασταν για το βουνό, αλλά όπως φάνηκε το ταξί πρόδωσε τις αξιώσεις του οδηγού του να μετατραπεί σε 4×4! Οπότε γυρίσαμε πίσω.

Ψιλοκοιμόμουν στη διαδρομή, οπότε όταν γυρίσαμε είπαμε με τη γειτόνισσα να την πέσουμε. Για να αποφύγουμε τις μύγες, πήγαμε σε ένα από τα υπνοδωμάτια. Υπήρχε ένα κρεβάτι στο ύψος του στήθους μου (το 1,60 δεν το πιάνω). Από κάτω είχε χαλί και δύο μαξιλάρια. Την πέσαμε από κάτω. Μια χαρά ήταν!

Όταν ξυπνήσαμε το φαΐ ήταν έτοιμο. Στρώσαμε ένα μουσαμά στο χωλ (κάθε ανοιχτός χώρος είναι δυνητικά τραπεζαρία!) και κάτσαμε γύρω γύρω. Με βάλανε να κάτσω στη μέση και μου έφερναν συνεχώς πιάτα με φαγητό μπροστά μου τα οποία προσπαθούσα να αναδιανείμω. Πάρε κι αυτό το ψωμί. Μα μου βάλατε άλλα δύο! Δεν πειράζει, πάρτο! Το γεύμα περιλάμβανε και κρέας και κοτόπουλο. Παρασκευή γαρ.

Κανείς δεν διανοήθηκε να πλύνει τα χέρια του πριν (ούτε κι εγώ). Φάγαμε με θόρυβο βουτώντας τα χέρια μας στα κοινά μας πιάτα και ρευτήκαμε στη συνέχεια. Μαζέψαμε το ‘τραπέζι’. Είχε έρθει η ώρα του γκατ.

Οι άνδρες εξαφανίστηκαν. Καθίσαμε σε ένα δωμάτιο μόνο γυναίκες (δεν έπεσε ο αριθμός κάτω από 10) και ο πληθυσμός ανανεωνόταν συνεχώς. Αδερφές, ανιψιές, θείες κλπ. Τα φορέματά τους ήταν αρκετά επίσημα και ήταν όλες περιποιημένες, με βάψιμο και κοσμήματα. Όποια έμπαινε έκανε ένα γύρο και μας φιλούσε όλες. Από δύο μέχρι 5-6 φορές στο ένα μόνο μάγουλο. Τη μαμά και την αδερφή της, τις φιλούσαν πρώτα στο γόνατο. Γενικά η είσοδος πρέπει να είναι πιο σημαντική από την έξοδο. Ακόμη και κοπελιές που έφευγαν από το σπίτι για καμιά ώρα και γύριζαν, έκαναν πάλι έναν γύρο φιλήματος. Όταν έφευγαν όμως, σχεδόν δεν έλεγαν γεια! Εννοείται πως ολονών οι τσάντες είχαν τη σακουλίτσα τους με γκατ. Γέμισα κι εγώ το μάγουλό μου ως εκεί που δεν έπαιρνε!

Μόλις νύχτωσε (γύρω στις 18:30 νυχτώνει) αποχωρίσαμε με μια κανονική ελληνική έξοδο. Τους χαιρέτισα έναν έναν, μικρούς μεγάλους, και τους ευχαρίστησα και ανανεώσαμε το ραντεβού μας, ινσα’αλλάχ (=αν θέλει ο Θεός).

Published in: on Αύγουστος 10, 2009 at 15:06  6 Σχόλια  

αυγουστιάτικη πανσέληνος σ’ ένα υεμενέζικο χωριό

Η πόρτα μου χτύπησε γύρω στις 8 το βράδυ. Κοίταξα από το παράθυρο και είδα μια μη αναγνωρίσιμη μπουρκοφορούσα, που φαινόταν όμως να με ξέρει. Άνοιξα την πόρτα κι αμέσως σήκωσε την μπούργκα αποκαλύπτοντάς μου το πρόσωπό της. Είχε μαζί της ένα κοριτσάκι, ντυμένο σαν παρανυφάκι, όπως τα περισσότερα κοριτσάκια της ηλικίας του. Μόνο όταν ανέφερε το όνομα του άντρα της, κατάλαβα ότι ήταν η γειτόνισσά μου από το διπλανό σπίτι. Είναι απίστευτο πόσο αλλάζει ένα πρόσωπο, όταν δεν βλέπεις τα μαλλιά του.

Την επομένη, ημέρα Παρασκευή να πηγαίναμε μαζί στο χωριό τους. Να φύγουμε το πρωί και να γυρίσουμε γύρω στις έξι. Θυμήθηκα ότι κάτι μου είχε πει ο καλός μου γείτονας για την Παρασκευή, αλλά δεν φαντάστηκα ότι το εννοούσε. Προσπαθούσα να της εξηγήσω ότι έχω διάβασμα, ότι διαβάζω τα πρωινά όλες τις ημέρες, ότι πρέπει να τελειώσω τη διπλωματική μου κι ότι τους ευχαριστούσα πάρα πολύ αλλά δεν γινόταν να έρθω. Φαινόταν πολύ απογοητευμένη. Στο τέλος βρήκαμε μια μέση λύση. Αφού διαβάζω τα πρωινά, να πηγαίναμε τώρα μια βόλτα. Θα τηλεφωνούσε στον άντρα της και θα ερχόταν σε λίγο. Επέμενε τόσο πολύ, που θεώρησα ότι θα ήταν μεγάλη αγένεια να διαφωνήσω.

Ο γείτονάς μου ήρθε με το ταξί του και μου χτύπησαν την πόρτα. Όταν αρχίσαμε ν’ απομακρυνόμαστε από την πόλη και προσπαθούσα να μάθω πού πηγαίναμε, συνειδητοποίησα ότι ήταν σύνδεση με Κάιρο η συνεννόησή μας. Κατευθυνόμασταν προς το χωριό και ο γείτονάς μου ήταν διατεθειμένος να με γυρίσει πίσω το πρωί. Ένα πράγμα που με έχει διδάξει η παραμονή μου στον αραβικό κόσμο είναι ν’ αφήνω τα πράγματα να κυλάνε αδιαμαρτύρητα.Εμπρός για το χωριό λοιπόν!

Η πανσέληνος του Αυγούστου φώτιζε το σχεδόν κατάξερο τοπίο που πλαισιωνόταν από τα βραχώδη βουνά της Σάναας. Η Σάναα είναι χτυσμένη σε ένα φλατ οροπέδιο, σε ύψος 2.200 μέτρων. Χαμογελούσα με το «πάθημά» μου.

Έξω από τη Σάναα βρίσκονται σε σταθερά σημεία μπλόκα που ελέγχουν για όπλα. Μετά τα προβλήματα με τον αλ-Χούθι στο βορρά (έναν φύλαρχο που έχει σηκώσει μπαϊράκι κατά του κράτους της Σάναας), οι έρευνες έχουν εντατικοποιηθεί. Πάνω που πήγαμε να φύγουμε, ένας αστυνομικός με είδε. Την κάτσαμε, σκέφτηκα. Για να απομακρυνθούν οι ξένοι από τη Σάναα χρειάζονται άδεια από την αστυνομία. Με τον τρόπο αυτό ελέγχονται οι μετακινήσεις και οι ξένοι ενημερώνονται ποιοι δρόμοι είναι κλειστοί γι’ αυτούς. Οι σχετικά συχνές απαγωγές από φυλές, που δείχνουν την αδυναμία του κεντρικού κράτους να επιβληθεί στην περιοχή τους και ξεφτιλίζουν την κυβέρνηση στο εξωτερικό, έχουν κάνει πολύ αυστηρούς αυτούς τους ελέγχους. Έλα που δεν είχα διαβατήριο μαζί μου. Υπάρχει πρόβλημα, ρωτάω τους αστυνομικούς. Όχι, όχι, κανένα πρόβλημα. Η απάντηση είναι κλασική στον αραβικό κόσμο, ακόμη και όταν το πρόβλημα που υπάρχει είναι ανυπέρβλητο. Και αφού οι φιλικότατοι αστυνομικοί με διαβεβαίωσαν αρκετές φορές ότι δεν υπάρχει πρόβλημα, ενώ οι γείτονές μου φαίνονταν αρκετά ανήσυχοι, ξεκινήσαμε θεωρώντας ότι περάσαμε το σκόπελο. Ο γείτονάς μου έκανε αναστροφή. Γυρίζαμε στη Σάναα…

Κάθε πρόβλημα έχει τη λύση του (αραβικό ρητό). Aqua με μπούργκα σε έκτακτη εμφάνιση. Θα πηγαίναμε από άλλο δρόμο. Πριν το επόμενο μπλόκο, η γειτόνισσά μου μού είπε να βγάλω τα γυαλιά. Είναι αλήθεια ότι δεν έχω δει πολύ κόσμο να φοράει γυαλιά στην πόλη. Όπως θα μου έλεγε, όμως, ο γείτονάς μου, δεν είναι επειδή ο κόσμος δεν έχει μυωπία, αλλά επειδή είτε δεν το θεωρεί απαραίτητο να φορέσει γυαλιά, είτε δεν έχει τα χρήματα για να μπει στη διαδικασία. Στο επόμενο μπλόκο, μόκο εγώ. Περάσαμε κυριλέ.

Το Γάρες βρίσκεται 30 χιλιόμετρα έξω από τη Σάναα στις παρυφές ενός από τα βουνά που την περιβάλλουν. Το τοπίο κατάξερο. Τα ελάχιστα σπίτια της γειτονιάς δεν είχαν φως. Εδώ και τέσσερις μήνες περίπου αλλάζουν το σύστημα ηλεκτροδότησης και δεν έχουμε ρεύμα 3-6 ώρες την ημέρα. Κανείς δεν ξέρει πότε θα αποκατασταθεί το σύστημα.

Το ταξί σταμάτησε μπροστά στην γκατοφυτεία της οικογένειας. Μπήκαμε στο σκοτεινό σπίτι όπου μας καλοσώρισαν καμιά δεκαριά άτομα. Μητέρα, αδερφοί, αδερφές, ανήψια. Καθίσαμε στο μαφράτζ το στήσιμο του οποίου είναι εξαιρετικά βολικό: στήνει με ευκολία πολυθρόνες και κρεβάτια κατά βούληση, ενώ το μέγεθος του συγκεκριμένου χωρούσε ένα αδιευκρίνιστο αριθμό ατόμων. Στον ένα τείχο είχε μια φωτογραφία του θανόντα pater familias πλαισιωμένη με τεράστια ψεύτικα λουλούδια. Άλλες φωτογραφίες εικόνιζαν τους γιους του σπιτιού με ψεύτικες εικόνες για φόντο.

Δεν είχα φωτογραφική στην επίσκεψή μου στο χωριό, αλλά ανεβάζω ένα άλλο 'μαφράτζ'. Τα ακουμπηστήρια των χεριών μετακινούνται κατά βούληση ή αφαιρούνται τελείως για να δημιουργήσουν κρεβάτι. Το 'μαφράτζ' της οικογένειας που επισκέφτηκα ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό της φωτογραφίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι, εκτός από τις μαξιλάρες, το δωμάτιο είναι σχεδόν άδειο

Δεν είχα φωτογραφική στην επίσκεψή μου στο χωριό, αλλά ανεβάζω ένα άλλο 'μαφράτζ'. Τα ακουμπηστήρια των χεριών μετακινούνται κατά βούληση ή αφαιρούνται τελείως για να δημιουργήσουν κρεβάτι. Το 'μαφράτζ' της οικογένειας που επισκέφτηκα ήταν πολύ μεγαλύτερο από αυτό της φωτογραφίας. Χαρακτηριστικό είναι ότι, εκτός από τις μαξιλάρες, το δωμάτιο είναι σχεδόν άδειο

Μετά από μισή ώρα περίπου στρώθηκε κάτω ένα ύφασμα, δείγμα ότι το φαγητό είχε ετοιμαστεί. Ένας δίσκος με δύο ζευγάρια όμοιων πιάτων και αραβικές πίτες (=ψωμί). Το ένα είχε τόνο, ντομάτα και λευκό παχύ τυρί και το άλλο ήταν μια σάλτσα με αταύτιστα συστατικά. Απλό και απέριττο. Συνοδευόταν με τσάι, όπως το πίνουν στον αραβικό κόσμο: πετιμέζι! Φάγαμε με όσο το δυνατό περισσότερο θόρυβο, ρουφήξαμε δυνατά το τσάι μας και ρευτήκαμε μετά το γεύμα (χωρίς όμως να είναι υποχρεωτικό, όπως βλέπουμε σε κάτι ταινίες με Άραβες).

Στη Σάναα ο κόσμος βιάζεται να φάει για να αρχίσει να μασάει γκατ. Τα σακουλάκια με τα φυλλαράκια δεν άργησαν να έρθουν. Παραγωγή απ’ τον κήπο του σπιτιού. Τι ώρα κοιμάμαι συνήθως; Τι σημασία έχει έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα; Όπως έρθει. Και την επομένη τι ώρα ήθελα να φύγω; Δεν είχε διάβασμα την επομένη. Όπως έρθει…

Τις Παρασκευές (η Παρασκευή για τον μουσουλμανικό κόσμο, είναι όπως είναι η Κυριακή για τον χριστιανικό, με τη διαφορά ότι εδώ οι έμποροι κλείνουν τα μαγαζιά τους μόνο για τη μεσημεριανή προσευχή) όσοι δεν δουλεύουν την επομένη μασούν γκατ όλο το βράδυ. Ο καλός μου γείτονας συχνά δεν κοιμάται για τρεις ολόκληρες μέρες (ειδικό αφιέρωμα για το γκατ, προσεχώς).

Ηταν όλοι τους υπέροχοι και φιλικότατοι. Στο σπίτι έμεναν τρεις οικογένειες και η μαμά, σύνολο έντεκα άτομα. Είναι δύσκολο; Δεν ήξεραν τι να μου απαντήσουν. Σα να μην είχε τεθεί ποτέ το ερώτημα. Τρία ζευγάρια, το ένα με τέσσερα παιδιά και το άλλο με ένα, και η μαμά. Πόσα δωμάτια έχει το σπίτι; Το σαλόνι που καθόμασταν και άλλα τρία. Και τουαλέτα; Μία… Πλάκα μου έκαναν!

Ίσως να είναι αλήθεια ό,τι λένε για το γκατ. Με τα αραβικά μου του δρόμου μιλήσαμε για τους γάμους, το ισλάμ, το γκατ, τις γυναίκες, τις δουλειές, την οικονομική κατάσταση, κάναμε συγκρίσεις με την Ελλάδα και την Ευρώπη. Θα αναφέρω μόνο το εξής, που για εμένα συνεχίζει να είναι από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα στη Σάννα: το γάμο. Όπως έχω γράψει σε άλλο ποστ (βλ. Ένας σαναανέζικος γάμος) το σκηνικό το ενορχηστρώνει η μητέρα του γαμπρού, που έχοντας πρόσβαση στον κόσμο των γυναικών, διαλέγει νύφη για το γιο της. Και πώς γνωρίστηκαν οι γείτονές μου, αφού ο άντρας ήταν από τη Σάναα και η γυναίκα από το Γάρες; Εύκολο: ήταν πρώτα ξαδέρφια∙ οι μητέρες τους ήταν αδερφές! Είναι ιδιαίτερα σύνηθες να παντρεύονται πρώτα και δεύτερα ξαδέρφια. Στο σπίτι ήταν και μία από τις αδερφές του γείτονά μου (από διαφορετική μητέρα) που ήταν παντρεμένη με έναν από τους αδερφούς της γειτόνισσάς μου. Βολικό!

Το διαλύσαμε γύρω στις 5 το πρωί. Αθόρυβα ένας ένας είχε αποχωρήσει κι είχαμε μείνει τέσσερα άτομα. Οι άντρες έφυγαν και με τη γειτόνισσά μου ξαπλώσαμε στις μαξιλάρες. Δεν μου κόλλαγε ύπνος.

Γύρω στις 6 σηκώθηκα για να επισκεφτώ την τουαλέτα. Ανοίγοντας την πόρτα του μαφράτζ, έπεσα πάνω στη μαμά, που με ένα φακό διάβαζε το Κοράνι σε ένα από τα σκαλιστά ξύλινα σταντάκια που κατασκευάζονται γι’ αυτό το σκοπό, καθισμένη σ’ ένα χαλάκι. Μου παραχώρησε το φακό και μπήκα στην τουαλέτα.

«Τούρκικη», όπως σε αρκετά σπίτια και στη Σάναα, όπως και στο δικό μου (προσεχώς ποστ για τα σαναανέζικα σπίτια). Ένας κουβάς με ένα κουπάκι μέσα, επίσης χαρακτηριστικό σε αραβικές τουαλέτες, αντικαθιστούσε το χαρτί τουαλέτας. Δεν κατάφερα ν’ ανακαλύψω πού ήταν το καζανάκι, αν τελικά υπήρχε. Ο νιπτήρας έξω από την τουαλέτα δεν είχε σαπούνι.

Γύρισα και ξάπλωσα στις μαξιλάρες. Μετά από λίγο ήρθε κι η μαμά. Δυο μύγες αποφάσισαν να ερωτοτροπήσουν πάνω από το κεφάλι μου (ξέρω πού παν οι μύγες, δεν χρειάζεται να μου το υπενθυμίσετε). Όταν άνοιξε η πόρτα, γύρω στις 7 το πρωί, με βρήκε στην τρίτη μετακίνηση στην προσπάθειά μου να τις αποφύγω. Μα πότε κοιμούνταν σε αυτό το σπίτι; Η νύχτα της αυγουστιάτικης πανσελήνου είχε φτάσει στο τέλος της και η μέρα ξεκινούσε…

(η συνέχεια στο επόμενο)

Published in: on Αύγουστος 8, 2009 at 17:41  3 Σχόλια