από το ξάφνιασμα προς το(ν) ξένο μέχρι το ρατσισμό

Η παλιά πόλη της Σάναα (πρωτεύουσα της Υεμένης) δεν είχε πολλούς ξένους κατοίκους. Στους τέσσερις μήνες που έμεινα το καλοκαίρι του 2009 είδα μια μόνο γυναίκα ξένη που κυκλοφορούσε χωρίς μπούργκα στα στενά της μαγευτικής αυτής πόλης. Τη δεύτερη φορά που συναπαντηθήκαμε τη χαιρέτησα και με χαιρέτησε και ήμουν αποφασισμένη όταν θα την ξανασυναντούσα να της πιάσω την κουβέντα. Αλλά δεν ξαναβρεθήκαμε. Ο ξένος κάτοικος (δηλ. μη τουρίστας) ήταν κάτι σπάνιο. Ίσως να ήμουν μόνο εγώ. Οι φιλόξενοι κάτοικοι της παλιάς πόλης σε καμιά φάση δεν με έκαναν να αισθανθώ άβολα. Δεν ήμουν μία από αυτούς και μου το καθιστούσαν σαφές. Ήμουν κάτι ξεχωριστό, κάτι ξέχωρο, που όμως μπορούσα να έχω μια ισότιμη σχέση μαζί τους που ανακαλύπταμε παρέα τα όρια και τις δυνατότητές της.

Ωστόσο συνέβαινε κάτι ενδιαφέρον: ποτέ κανένα μωρό δεν είχε θετική αντίδραση απέναντί μου. Αν έμενα σε απόσταση απλά με κοιτούσε περίεργα. Αν έκανα να πλησιάσω άρχιζε να κλαίει. Όχι απλά γιατί ήμουν μια γυναίκα που δεν ήξερε (τα παιδιά στην παλιά πόλη της Σάναας μεγαλώνουν κοινοτικά, στην αγκαλιά πολλών γυναικών), αλλά γιατί ήμουν ξένη. Το συζητούσαμε με τους γείτονές μου που είχαν παρατηρήσει κι εκείνοι με έκπληξη αυτή την αντίδραση. Ποιο στοιχείο μου ήταν αυτό που τρόμαζε τα μωρά; Πολλές γυναίκες στη Σάναα ήταν πιο λευκές από μένα, οπότε δεν ήταν η λευκότητα∙ τα μωρά τους τις έβλεπαν συνήθως χωρίς μπούργκα, οπότε δεν ήταν το ακάλυπτο πρόσωπό μου∙ μήπως ήταν τα γυαλιά που πραγματικά πολύ λίγοι φορούσαν; Μυστήριο…

Η αντίδραση αυτή επαναλήφθηκε σε κοινότητες του Μεξικού όπου ο ξένος ήταν σπάνιος. Χρειαζόμουν πολλή δουλειά για να με συνηθίσουν τα πιτσιρίκια, ενώ με τα μωρά ήταν σχεδόν αδύνατη οποιαδήποτε βελτίωση. Αλλά εκεί όντως φαινόμουν πιο ξένή. Ήμουν σαφώς πιο λευκή από τις γυναίκες του περιβάλλοντός τους, είχα εντελώς διαφορετικά ρούχα, είχα διαφορετική μυρωδιά. Οι αντιδράσεις αυτές με κάνουν να πιστεύω πως ως άνθρωποι ίσως να έχουμε μια φυσική επιφυλακτική αντίδραση προς το ξένο, το αλλότριο, την οποία εντασσόμενοι στις κοινωνίες μας μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε με εργαλεία που μας δίνουν οι ίδιες οι κοινωνίες των οποίων γινόμαστε μέλη. Το πιτσιρίκι αισθάνεται το ίδιο ξάφνιασμα και την ίδια αποστροφή με κάποιον Δυτικό που πάει στο Μεξικό και βλέπει κόσμο να τρώει ζωντανά έντομα (μείνετε συντονισμένοι για τα βιντεάκια που θα ανεβούν προσεχώς). Ο ρατσισμός θαρρώ πως μπορεί να είναι ανάμεσα σε αυτά τα εργαλεία, αλλά δεν παρέχεται ως τέτοιο από όλες τις κοινωνίες. Παρέχεται από τις ρατσιστικές κοινωνίες. Από το (ενδεχομένως) φυσικό ξάφνιασμα προς το(ν) ξένο μέχρι το ρατσισμό η απόσταση είναι μεγάλη.

Οι ρατσιστικές κοινωνίες αποπειρώνται να δημιουργήσουν ένα ομοιογενές σύνολο εντός του οποίου οι διαφορές αποσιωπούνται ή δεν αναδεικνύονται ως σημαντικές. Ανάλογα με τα χαρακτηριστικά που κάθε φορά και σε κάθε τόπο αναδεικνύονται ως τα κύρια συνεκτικά στοιχεία της ομάδας ορίζεται η εχθρική και απειλητική ετερότητα, εκείνος ο άλλος που δεν είναι απλά ξένος, αλλά απειλεί την ακεραιότητα και την ίδια την ύπαρξη του συνόλου. Αν το κύριο συνεκτικό στοιχείο της ομάδας είναι η οικονομική πρόοδος και η παραγωγικότητα, ως εχθρικοί άλλοι ορίζονται οι ομάδες που δεν μπαίνουν σε αυτό το καλούπι: άνεργοι, γυναίκες με οικειακή εργασία (που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια ακριβώς γιατί δεν χωράει στον ορισμό της παραγωγικότητας), ιθαγενείς (στην περίπτωση του Μεξικού), τσιγγάνοι (στην περίπτωση της Ελλάδας), φοιτητές, άτομα με ειδικές ανάγκες, ηλικιωμένοι (τα αναφέρω με τυχαία σειρά). Αν το βασικό συνεκτικό στοιχείο της ομάδας είναι η οικογένεια ως εχθρικοί άλλοι ορίζονται όσοι δεν μπαίνουν σε αυτό το καλούπι: ομοφυλόφιλοι, άτεκνα ζευγάρια, εργένηδες και πάει λέγοντας.

Στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας, ο ρατσισμός θαρρώ πως είναι ένα εργαλείο με τον οποίο δημιουργώνταν εχθρικοί έτεροι ήδη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους: με τα συνεκτικά στοιχεία του έθνους ως ελληνική γλώσσα, ορθόδοξη θρησκεία, λευκότητα δέρματος, από ίδρυσης του ελληνικού κράτους αποκλείστηκαν ως εχθρικοί-απειλητικοί άλλοι και έγιναν αντικείμενο ρατσιστικής συμπεριφοράς οι αλλόγλωσσοι έλληνες πολίτες (τουρκόφωνοι, σλαβόφωνοι, ρομά κλπ), οι μη χριστιανοί ορθόδοξοι (μουσουλμάνοι, εβραίοι, καθολικοί), και οι μη λευκοί έλληνες πολίτες. Ως εχθρικοί και απειλητικοί προς την ελληνική οικογένεια θεωρήθηκαν κατεξοχήν οι ομοφιλόφυλοι αλλά και οι φεμινίστριες, οι αγωνίστριες της χειραφέτησης, που μιλούσαν για την οικογένεια με όρους διαφορετικούς. Στις τελευταίες δεκαετίες το συνεκτικό στοιχείο της προόδου και της παραγωγικότητας βρήκε επίσης τους εχθρούς του (βλ. στην προηγούμενη παράγραφο). Ο κατάλογος αυτός μπορεί να συνεχιστεί για να προσδιοριστούν οι κάθε φορά απειλητικοί άλλοι, με τη χρήση ενός εργαλείου που από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ήταν εκεί: αυτό του ρατσισμού. Δεν έγινε η ελληνική κοινωνία (επιτρέψτε μου τη χρήση του όρου για την ώρα) ρατσιστική από τη δεκαετία του ’90 και εξής: ήταν ανέκαθεν (το ανέκαθεν σημαίνει από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και εξής, καθώς πριν δεν υπήρχε ελληνική κοινωνία).

Έχει άραγε σημασία το αριθμητικό πλήθος αυτών των άλλων; Αν γίνονται πολλοί, πιο εμφανείς και αρχίσουν να διεκδικούν αυξάνεται ή δημιουργείται ρατσισμός απέναντί τους; Θαρρώ πως δεν έχει σημασία. Ο ρατσισμός είναι ήδη εκεί και ορίζει ποιος μπορεί να έχει λόγο και δικαιώματα. Όσο τα αντικείμενα του ρατσισμού είναι λίγα, δεν μιλάνε και δεν ενοχλούνε, ίσως η συμπεριφορά των αυτοδίκαιων φορέων του λόγου και των δικαιωμάτων να μην είναι εχθρική απέναντί τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρούνται ίσοι ή ισότιμοι ή ότι ο ρατσισμός δεν είναι εκεί. Ένα χωριό μπορεί να ανεχτεί τον ομοφυλόφιλό του, χωρίς αυτός να θεωρείται ισότιμος. Μια καλημέρα θα του την πούνε, μπορεί να πιουν κι ένα καφέ μαζί του, αλλά εννοείται ότι δεν θα του αφήσουν τα παιδιά τους να τα προσέχει ούτε θα τον κάνουν κουμπάρο. Ο ρατσισμός είναι εκεί. Αν ο ένας γίνουν δέκα και αποφασίσουν ν’ ανοίξουν ένα γκέι φρέντλυ μπαρ για την περιοχή, ο ρατσισμός θα γίνει εμφανώς πιο βίαιος, το μαγαζί θα δεχτεί επίθεση και θα δοθεί κι ένα χέρι ξύλο στους πελάτες του γιατί πολύ αέρα τους δώσαμε. Οπότε θαρρώ πως το αριθμητικό πλήθος των εχθρικών-απειλητικών άλλων δεν παίζει ρόλο. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’90 και εξής, θεωρώ ότι συνιστά άμεση και αβασάνιστη αναπαραγωγή του κυρίαρχου λόγου: δεν είμαστε ρατσιστές, αυτοί έχουν γίνει πολλοί, δημιουργούν προβλήματα και η Ελλάδα δεν τους χωράει.

Θαρρώ επίσης ότι ένα βασικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι ότι θεωρεί τα αντικείμενά του κάτι λιγότερο από ανθρώπους, όντα παρασυρμένα και μη αυτόβουλα, προβληματικά, απόβλητα, χωρίς αξιοπρέπεια (οπότε δεν τίθεται ζήτημα να γίνει σεβαστό κάτι που δεν υπάρχει), που ακριβώς επειδή είναι κάτι λιγότερο από άνθρωποι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ίσοι, δεν γίνεται να είναι υποκείμενα δικαιωμάτων. Σε καθεμιά από τις κατηγορίες αντικειμένων ρατσισμού που αναφέρθηκαν, μπορούν να αναγνωριστούν αυτά τα όντα που είναι κάτι λιγότερο από άνθρωποι. Αυτή η ειδοποιός διαφορά μπορεί ίσως να δώσει ένα γρήγορο διαχωρισμό του ρατσισμού από την απλή αντιπάθεια: διάφορες ομάδες μπορεί να μη συμπαθιούνται μεταξύ τους, να θεωρούν τις άλλες ομάδες κατώτερες, αλλά όταν θεωρούν τα μέλη μιας άλλης ομάδας κάτι λιγότερο από ανθρώπους, εκεί το πράγμα αλλάζει.

Σαν πολύ να μίλησα. Προφανώς δεν θ’ ανακαλύψω τον τροχό. Υπάρχουν μελέτες για το ρατσισμό που απλά θα μπορούσα να διαβάσω. Έχει όμως ένα ενδιαφέρον ν’ ανακαλύπτεις τον τροχό, έχει ένα γούστο παραπάνω από το να τον παίρνεις έτοιμο. Ίσως βέβαια αν τον πάρεις έτοιμο, να μπορείς να μπεις στην ακόμη πιο ενδιαφέρουσα διαδικασία να κινήσεις το κάρο και να πας κάπου. Κι ίσως αυτά απλά να τα λέω γιατί είμαι τεμπέλα και βαριέμαι να διαβάσω. Κι ίσως εσείς που έχετε διαβάσει πέντε πράγματα ή έχετε σκεφτεί κάτι άλλο, να θέλετε να το μοιραστείτε σχολιάζοντας το παρόν κειμενάκι (πολύ θα χαρώ).

Η ανάρτηση αφιερώνεται σε μια πολύ όμορφη και κεφάτη ομάδα που αποφάσισε να δουλέψει βιωματικά το ζήτημα του ρατσισμού, που σε συνάντηση της οποίας γεννήθηκαν οι σκέψεις του κειμένου. Αφιερώνεται επίσης σ’ ένα ανοιχτό και φιλόξενο κοινωνικό χώρο όπου μπορούμε να βρισκόμαστε για να διαφωνούμε και να προβληματιζόμαστε. Θα προσπαθήσω να τη διαχειριστώ την ξερολίασή μου παιδιά! Σας το υπόσχομαι!

Published in: on Οκτώβριος 9, 2012 at 16:31  8 Σχόλια  

ο άλλος Σαντάμ Χουσεΐν

Η γειτόνισσά μου στην Υεμένη δεν ήταν ο πρώτος άνθρωπος που μου μίλησε θετικά για τον Σαντάμ Χουσεΐν. Φωτογραφίες του είχα δει σε πολλά σπίτια, κατά κανόνα σε μεγάλο μέγεθος και περίοπτο χώρο. Η γειτόνισσά μου είχε επισκεφτεί το Ιράκ το 1995, τέσσερα χρόνια μετά τον πόλεμο, και έφυγε με τις καλύτερες εντυπώσεις. Τι γνώμη είχαν όμως για την επίθεση στο Κουβέιτ; Συζητώντας με κόσμο για να διαλευκάνω το μυστήριο, βρήκα ότι οι ρίζες της θετικής αντιμετώπισης του Σαντάμ βρίσκονταν τόσο στη σοσιαλιστικού τύπου πολιτική του, αλλά και στην άποψη που υπήρχε για το Κουβέιτ, ένα κράτος φάντασμα, ένα προτεκτοράτο που δημιουργήθηκε και συντηρήθηκε για τα πετρέλαια και τον έλεγχό τους.

Μια μικρή ματιά στην ιστορία της χώρας, μάλλον επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα. Η περιοχή ήταν βρετανικό προτεκτοράτο από το 1899 μέχρι το 1961. Η Πετρελαϊκή Εταιρεία του Κουβέιτ (Kuwait Oil Company, KOC) ιδρύθηκε το 1934 από δύο εταιρείες, μια βρετανική (British Petroleum Company) και μια αμερικανική (Gulf Oil Corporation). Μέχρι το 1976, το Κουβέιτ κατάφερε να αποκτήσει τον έλεγχο της εταιρείας, με τους πρώην ιδιοκτήτες να αγοράζουν πετρέλαιο σε προνομιακές τιμές. Η χώρα βρίσκεται σε μια αφιλόξενη έρημο, που καταλήγει ωστόσο σε ένα αξιόλογο λιμάνι (το αφιλόξενο της χώρας φρόντιζαν κατά κανόνα να τονίσουν οι συνομιλητές μου. «Κανείς δεν μπορεί να ζήσει εκεί πέρα»). Το κράτος ζει από το πετρέλαιο και τις επενδύσεις, ενώ η πλειοψηφία των κατοίκων της είναι ξένοι εργάτες. Στον αραβικό κόσμο έχει φήμη φιλοαμερικανικής χώρας.

Από τη μια λοιπόν έχουμε ένα κρατίδιο χωρίς ιστορία που μοιάζει με προγεφύρωμα της δυτικής παρέμβασης του χειρότερου τύπου στην καρδιά του αραβικού κόσμου και από την άλλη έχουμε το Σαντάμ με μια πολιτική παροχών προς το λαό. Όλους όσους ρωτούσα πώς ήταν δυνατόν η Υεμένη να έχει 30 χρόνια των ίδιο πρόεδρο, μου απαντούσαν ότι ένιωθαν ασφαλείς. Ότι αν άλλαζε μπορεί να γινόταν στην Υεμένη ό,τι έγινε και στο Ιράκ: το χάος. Η γειτόνισσά μου μού έλεγε ότι επί των ημερών του υπήρχε δωρεάν ανεφοδιασμός της πόλης της Βαγδάτης όλο το χρόνο: οι κάτοικοι λάμβαναν δωρεάν ζάχαρη, ρύζι και σιτάρι. Και ενώ επισκέφτηκε τη χώρα τέσσερα χρόνια μετά τον πόλεμο, μου έλεγε ότι βρισκόταν σε εξαιρετική κατάσταση. Όταν συνελήφθη ο Σαντάμ Χουσεΐν, οι κάτοικοι της Υεμένης νήστευψαν και προσευχήθηκαν για τρεις μέρες. Η εκτέλεσή του έγινε την ημέρα του Αΐντ αλ-Άδχα, της Γιορτής του Προσκυνήματος στη Μέκκα (η μεγαλύτερη γιορτή των μουσουλμάνων). Θεωρήθηκε μεγάλη ντροπή για τον μουσουλμανικό κόσμο και δείγμα της αδυναμίας των Αράβων να επιβάλουν τουλάχιστον μια μη-ιερή ημερομηνία για την εκτέλεση ενός άραβα ηγέτη. Είναι σα να λέμε να καταδικάζεται ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών για εγκλήματα πολέμου (που σε μια διαφορετική ισορροπία δυνάμεων δεν θα ήταν ένα σενάριο ολότελα φανταστικό) και να εκτελείται ανήμερα του Πάσχα. Οπωσδήποτε θα είχε μια διαφορετική βαρύτητα και θα εκλαμβανόταν με πολύ διαφορετικό τρόπο από τους χριστιανούς του πλανήτη (και φυσικά δεν μπορώ να πιστέψω πως αυτοί που αποφάσισαν την ημερομηνία θανάτωσης του Σαντάμ Χουσεΐν δεν γνώριζαν). Οι Υεμενέζοι δεν γιόρτασαν εκείνη τη χρονιά. Νήστεψαν και πένθησαν τον ιρακινό ηγέτη με κλάματα και οδυρμούς.

Δεν ρώτησα τι γνώμη υπήρχε για τους βασανισμούς των αντιφρονούντων. Στον αραβικό κόσμο υπάρχει σε γενικές γραμμές (δεν μπορώ να μιλήσω για όλες τις χώρες) ένας απόλυτος διαχωρισμός της πολιτικής από το λαό. Πολιτική ασκούν μόνο οι πολιτικοί, οι οποίοι βρίσκονται στις θέσεις αυτές με τη θέληση του Θεού. Και παρόλο που το κόμμα του Σαντάμ Χουσεΐν δεν ήταν θρησκευτικό κόμμα (όπως θαρρώ αρκετά από αυτά που κυβερνούν τον αραβικό κόσμο), κάπως έτσι είναι η κουλτούρα της πολιτικής.

Ας αποφύγω όμως ν’ αρχίσω γενικολογίες για θέματα που η γνώση μου δεν είναι επαρκής. Αυτό που μπορώ να δω σ’ αυτήν την ιστορία είναι η μονομέρεια της ενημέρωσής μας. Το Κουβέιτ ήταν ένα ανεξάρτητο κράτος (μάλλον πολλοί το παραλληλίζαμε με γνωστά μας αντίστοιχα στην Ευρώπη) το οποίο επιχειρούσε να προσαρτήσει ένας τρελός και αιμοσταγής δικτάτορας, που στη συνέχεια κρίθηκε ένοχος για εγκλήματα πολέμου και θανατώθηκε σε μια χωρίς σημασία ημερομηνία. Όπως φαίνεται όμως, στον αραβικό κόσμο υπάρχει και η άλλη πλευρά του νομίσματος…

λίγα λόγια για την Υεμένη

Πολλά που ακούγονται τελευταία για αυτήν την υπέροχη και φιλόξενη χώρα στην οποία είχα την ευτυχία να ζήσω τέσσερις μήνες συνιστούν κλασικά δείγματα δυσεπικοινωνίας ανάμεσα σε διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα, αλλά και την αρτηριοσκλήρυνση της Δύσης (δια στόματος ΗΠΑ) που αρνείται να δεχτεί τη δυνατότητα ύπαρξη μιας παράλληλης και σύγχρονης πραγματικότητας. Ως εκ τούτου θα ήθελα να πω κάποια πράγματα που προέρχονται από τη δική μου αντίληψη για τη χώρα και τους ανθρώπους της, έτσι όπως την έζησα και όσο τους γνώρισα.

Καταρχάς δεν μπορούμε να μιλάμε για ‘Υεμένη’ ως έναν ενιαίο χώρο με κοινό διοικητικό μόρφωμα. Η έννοια του κράτους όπως την αντιλαμβανόμαστε στη Δύση είναι παντελώς ανύπαρκτη σε αυτό το μέρος του πλανήτη. Τα εδάφη της έζησαν για αιώνες απομονωμένα δημιουργώντας διαφορετικά μικροπεριβάλλοντα, με διαφορετικές πολιτισμικές και πολιτικές παραδόσεις. Αυτή η ποικιλομορφία ενισχύθηκε από τις μεγάλες διαφορές του φυσικού τοπίου της χώρας και από τις σχεδόν ανύπαρκτες δυνατότητες μετακίνησης. Το οδικό δίκτυο της Υεμένης αποτελείται ακόμη και σήμερα σε μεγάλο βαθμό από χωματόδρομους, και οι κάτοικοι των διαφορετικών περιοχών έχουν διαφορετική ενδυμασία, διαφορετικές διαλέκτους, διαφορετικές οικογενειακές, πολιτισμικές και πολιτικές πρακτικές. Ενώ στη Σάναα για παράδειγμα είναι αδιανόητο για τις γυναίκες να κυκλοφορούν χωρίς μπούργκα στο δρόμο (όλος ο ρουχισμός είναι μαύρος), γνώρισα ας πούμε κάτι παλικάρια από ένα χωριό κοντά στην Κόκαμπαν, στο οποίο ακόμη δεν υπάρχει πρόσβαση ούτε καν με χωματόδρομο, όπου οι γυναίκες φορούν μόνο μαντήλα, πολύχρωμα ρούχα και η κύριά τους ενασχόληση είναι η παραγωγή και πώληση ψωμιού στο δρόμο. Το γκατ, το βασικό μέσο κοινωνικοποίησης και πάθος των Σαναανέζων, είναι πρακτική αξιοκατάκριτη στη Χοντέιντα, στην οποία η εργασία συνιστά σημαντική αξία, πράγμα που δεν ισχύει για τους κατοίκους στην πρωτεύουσα. Ακόμη και το ισλάμ, που θα μπορούσε να θεωρηθεί το κύριο ενοποιητικό στοιχείο της χώρας, δεν είναι παντού το ίδιο. Δεν συζητάμε για τις φυλές της ερήμου, που έχουν έναν εντελώς διαφορετικό κώδικα, ούτε για τις περιοχές της πρώην βρετανικής αποικίας και μεταγενέστερα Λαϊκής Δημοκρατίας της Υεμένης με πρωτεύουσα το Άντεν (όπου δεν ξέρω αν ακόμη πίνουν την άσπρη σκόνη).

Η φαντασιακή αίσθηση του συνανήκειν, έτσι όπως αναλύεται εξαιρετικά στο βιβλίο του Άντερσον, Φαντασιακές Κοινότητες, δεν υπάρχει στην Υεμένη. Όσες φορές προσπαθούσα να συζητήσω με κόσμο για τον πόλεμο στο βορρά, στην επαρχία της Σάαντα, η αίσθηση που μου δινόταν ήταν σαν ο κόσμος να αναφερόταν σε κάποιο άλλο κράτος. Καμία ευρωπαϊκή χώρα δεν θα μπορούσε να διανοηθεί την ύπαρξη πολέμου σε μέρος του εδάφου της και το γεγονός να μην απασχολεί το σύνολο των κατοίκων της. Και όμως αυτό συμβαίνει στην Υεμένη, ακριβώς γιατί το κράτος δεν γίνεται αντιληπτό ως ενιαίος χώρος, ούτε οι κάτοικοί του ως ‘αδερφοί’.

Αυτή η ποικιλομορφία δεν συνιστά πρόβλημα, ή τουλάχιστον δεν συνιστούσε μέχρι πρόσφατα. Η κυβέρνηση, με τον επί τριακονταετίας πρόεδρό της Σαλάχ Αμπντάλλα Σάλαχ, έρχεται σε συνεννόηση με τοπικούς φορείς ισχύος, σεΐχηδες χωριών και φυλών. Η αποδοχή φυσικά μιας ενιαίας εξουσίας είναι αδιανόητη για το σύνολο των κατοίκων αυτών των εδαφών. Η Υεμένη για αιώνες λειτουργούσε με αυτόν τον τρόπο.

Και σε αυτό το σημείο έρχεται να παρέμβει η Δύση και ο ιμπεριαλισμός της. Γιατί ένα ‘σύγχρονο’ ‘νεωτερικό’ ‘έθνος’ ‘κράτος’ πρέπει να πληροί κάποια χαρακτηριστικά που δεν τα έχει ‘κατακτήσει’ το κράτος της Υεμένης. Και γιατί η Δύση θέλει κάποιον κεντρικό συνομιλητή, που δεν μπορεί να βρει στο πρόσωπο του προέδρου της χώρας, ο οποίος δεν μπορεί να εκπροσωπήσει το σύνολο των εδαφών της. Αυτό δημιουργεί έναν αμφίδρομο κομπλεξισμό: από την πλευρά της η υεμενέζικη κυβέρνηση αντί να υπερασπιστεί τη φυσιολογία του κράτους της, όπως θα μπορούσε, επιδιώκει να επιβληθεί στο σύνολο των εδαφών, δημιουργώντας τοπικές εντάσεις και αντιδράσεις (και ο πόλεμος στο βορρά είναι μία από αυτές). Από την άλλη πλευρά, η Δύση δείχνει για μία ακόμη φορά τον κομπλεξισμό της απορρίπτοντας τη δυνατότητα δρόμων διαφορετικών από τους δικούς της. Για μένα η επιστροφή στην τοπική αυτοδιοίκηση θα ήταν μια λύση για πολλά από τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα ευρωπαϊκά κράτη. Στην Υεμένη αυτό υπάρχει και θα εγκαταλειφθεί μόνο με πολύ αίμα στους δρόμους.

Ένα άλλο στοιχείο που μας είναι αδιανόητο και υπάρχει στην Υεμένη είναι ο βαθμός ενδιαφέροντος του κόσμου για την κεντρική πολιτική  σκηνή. Είναι ανύπαρκτος. Η κεντρική διακυβέρνηση είναι ένα ξένο σώμα για το μεγαλύτερο μέρος των Υεμενέζων. Δεν θα συζητήσουν τι συμβαίνει στο κοινοβούλιο. Στη Σάναα αντιμετώπιζαν με στωικότητα τα προβληματα της πόλης, χωρίς να βρίζουν κανέναν πολιτικό. Πολιτικές συζητήσεις δεν συνόδευαν το μάσημα του γκατ. Αυτό έχει τις ρίζες του σε μια πολιτική παράδοση όπου επαγγελματίες του κράτους αναλάμβαναν τα της διακυβέρνησης αφήνοντας τους κατοίκους να διεξάγουν απρόσκοπτα τις ασχολίες τους χωρίς να χρειάζεται να ασχολούνται με την πολιτική. Αυτό συνέβαινε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και στα περισσότερα αραβικά κράτη.

Και σε αυτό το ζήτημα, υπάρχουν διαφοροποιήσεις: η σοσιαλιστική ιστορία της πρώην Νότιας Υεμένης τής έχει κληροδοτήσει ένα ανθηρό αυτονομιστικό κίνημα. Σε αυτό έχουν ενωθεί ισλαμιστές και σοσιαλιστές, με διαδηλώσεις χιλιάδων ατόμων στο Άντεν αλλά και σε μικρότερες πόλεις (πράγμα αδιανόητο στην υπόλοιπη Υεμένη), με εν ψυχρώ δολοφονίες από την αστυνομία. Οι κάτοικοι του νότου αισθάνονται ότι έχουν καταληφθεί από τη συντηρητικότερη και φτωχότερη πρώην Βόρεια Υεμένη. Ρώτησα πολύ κόσμο τι συμβαίνει στο νότο και τι θέλουν οι κάτοικοι. Ανάμεσά τους ήταν ένας οδοντίατρος, ένας δικηγόρος, ένας μεγαλοεπιχειρηματίας, η κοσμογυρισμένη και επίδοξη πολιτικός φίλη μου κά. Κανείς δεν μπορούσε να μου δώσει μια συνεκτική απάντηση. Κανείς δεν μου είπε αυτό που μόλις έγραψα και κατάλαβα διαβάζοντας τις τοπικές αγγλόφωνες εφημερίδες. Κανένας δεν είχε προβληματιστεί για το θέμα.

Η μη ενασχόληση των κατοίκων με την πολιτική παράγει δύο πραγματικότητες: μια της κυβέρνησης, η οποία αναπαράγεται κατά κόρον στα δυτικά ΜΜΕ τις τελευταίες βδομάδες, τονίζοντας τη διαφθορά και την αυθαιρεσία της, και μία των κατοίκων που παραμένουν φιλόξενοι και υπέροχοι.

Σε αυτό το σημείο είναι αναγκαίο να διευκρινίσω κάτι. Ο χρηματισμός δεν μπαίνει στο καλάθι της διαφθοράς σε κάποιες περιοχές του πλανήτη. Όπως πολύ ορθά έλεγε ένας γάλλος φίλος μου 15 χρόνια κάτοικος Καΐρου, οι θέσεις στο δημόσιο τομέα συνιστούν απλά μια δυνατότητα για επιβίωση, η οποία όμως δεν παρέχεται από το κράτος. Όπως δεν συνιστά χρηματισμό το φιλοδώρημα στα κακοπληρωμένα γκαρσόνια της Ελλάδας, έτσι δεν συνιστά χρηματισμό και η ενίσχυση του εισοδήματος ή κάποιο άλλο δώρο σε κάποιον κρατικό υπάλληλο για να σου κάνε ή να σου «σπρώξει» τη δουλειά σου ή να κάνει τα στραβά μάτια. Αυτό συνιστά ένα πολύ ενοχλητικό στοιχείο για τους Δυτικούς που επισκέπτονται ή διαμένουν σε μη δυτικές περιοχές του πλανήτη, αλλά σε κάποιες απλά έτσι λειτουργούν τα πράγματα. Take it or leave it!

Ένα τελευταίο στοιχείο που δεν μπορεί να αντιμετωπίσει με γεναιοδωρία η Δύση είναι αυτό της θρησκείας. Οι μαυροφορεμένες φιγούρες στους δρόμους της Σάναας, ο αυστηρός διαχωρισμός της γυναικείας και της αντρικής σφαίρας, η ισχυρά πατριαρχική κοινωνία, η πίστη στο Θεό και στο θέλημά του συνιστά για τη Δύση έναν αναχρονισμό. Ο ‘αναχρονισμός’ ως όρος είναι μια έννοια παγίδα που δείχνει τη στενομυαλιά της Δύσης. Ο,τιδήποτε συνιστά ζωντανή πρακτική ΔΕΝ είναι αναχρονισμός. Είναι απολύτως σύγχρονο. Ακόμη και ο σχεδόν προσηλυτιστικός λόγος με τον οποίο ερχόμουν καθημερινά αντιμέτωπη, ιδίως στην περίοδο του Ραμαζανιού, ήταν γιατί δεν μπορούσαν να διανοηθούν οι κάτοικοι της παλιάς πόλης της Σάναας πώς μια κοπελίτσα που τους φαινόταν καθόλα συμπαθητική μπορούσε να οδεύει με μαθηματική ακρίβεια προς την κόλαση. Τον ίδιο λόγο απευθύνει και η Δύση σε αυτές τις χώρες. Όπως στη Σάναα ο κόσμος πίστευε πως γνωρίζει ποιο είναι το σωστό και το ορθό για μένα, έτσι και η Δύση πιστεύει πως γνωρίζει ποιο είναι το σωστό και το ορθό για αυτές τις χώρες και τους πληθυσμούς που ακολουθούν διαφορετικές πρακτικές. Και στις δύο περιπτώσεις η απάντηση είναι η εξάλειψη της διαφορετικότητας. Η απόλυτη ομοιομορφία θα δώσει τη λύση.

Στην Σάναα οι γυναίκες φορούν τη μπούργκα γιατί έτσι είναι τα πράγματα. Σε κάποιες αρέσει σε κάποιες όχι. Ο διαχωρισμός των δύο φύλων ακολουθείται ωστόσο για όλους, ή για σχεδόν όλους. Κι αυτό γίνεται στο εσωτερικό των σπιτιών, και μεταξύ των μελών της ίδιας οικογένειας και έξω από τα ξένα βλέμματα. Δεν ξέρω αν έχω γράψει σε αυτό σε αυτό το ιστολόγιο το περιστατικό που έζησα μια ραμαζανιώτικη μέρα. Ήμουν στο σπίτι των γειτόνων μου, στο γεύμα μετά το τέλος της νηστείας. Είχε έρθει ο αδερφός της γειτόνισσας που ήταν παντρεμένος με την αδερφή του γείτονα (και τα δύο ζευγάρια ήταν πρώτα ξαδέρφια μεταξύ τους, με τις μανάδες τους να είναι αδερφές). Ο αδερφός της γειτόνισσας ήρθε με τη γυναίκα του, αδερφή του γείτονα, και τα δύο παιδιά τους. Στο σπίτι ήταν επίσης η μάνα της γειτόνισσας. Σε κάποια φάση ακούω το ένα από τα δύο παιδιά να μιλάει στην κουζίνα. Νόμισα ότι μιλάει μόνη της. Μετά το γεύμα, ο αδερφός της γειτόνισσας κατέβηκε στο κάτω σαλόνι και εμφανίστηκε ξαφνικά η αδερφή του γείτονα! Γιατί δεν είχε φάει μαζί μας; Δεν ήθελε να τη δει χωρίς μπούργκα ο αδερφός της γειτόνισσας και πρώτος της ξάδερφος. Κάποιες δεν έχουν τέτοιο ζήτημα, άλλες όχι. Σε κάποια άλλη φάση που μαγειρεύαμε με τη γειτόνισσά μου και την αδερφή της, κατέβηκε ο γείτονας. Η αδερφή της γειτόνισσας, που δεν φορούσε μαντήλα, κρύφτηκε πίσω από την πόρτα της κουζίνας. Ήταν ντροπή να τη δει ο γείτονας χωρίς μαντήλα και βαμμένη. Έτσι έχουν τα πράγματα. Σε εμένα και σε σας μπορεί να φαίνονται παράξενα, αλλά είναι απλά διαφορετικά και απολύτως σύγχρονα.

Όσο για την πίστη στο Θεό, μπορεί να έχω πρόβλημα με τη θρησκεία ως σύστημα (έβγαλα το φαρμάκι μου στο προπροηγούμενο ποστ), αλλά στην παλιά πόλη της Σάναας λειτουργούσε…

Παρεμπιπτόντως να πω ότι και σε αυτό το θέμα υπάρχουν διαφορές στο εσωτερικό της χώρας, όπως μπορεί να υποθέσει κανείς ότι συμβαίνει στην πρώην νότια Λαϊκή Δημοκρατία της Υεμένης, όπου, αν και δεν πήγα, άκουσα ότι στο Άντεν κυκλοφορούν γυναίκες στο δρόμο ακόμη και χωρίς μαντήλα.

Παραμεγάλωσε αυτό το ποστ. Ελπίζω να μη σας κούρασα…

Published in: on Φεβρουαρίου 7, 2010 at 00:19  10 Σχόλια  

το νερό

Διαφορετικοί τόποι αποκτούν διαφορετική αίσθηση για το νερό τους, χωρίς αυτή να έχει κάποια σχέση απαραίτητα με την ποιότητά του…

Σε ένα αγαπημένο μου χωριό στην Κρήτη, οι κάτοικοι περιφρονούσαν το νερό της βρύσης και έπιναν μόνο από την κρήνη τους. Τα κυριακάτικα πρωινά, στο καφενεδάκι κοντά στην κρήνη -έχει κλείσει κάποια χρόνια τώρα- ο καφές συνοδευόταν με νερό της βρύσης. Κι ενώ οι συνδαιτημόνες δεν θα σηκώνονταν εύκολα για ο,τιδήποτε άλλο (κυκλοφορούν κάποια ανέκδοτα για την υποτιθέμενη τεμπελιά των κατοίκων), άδειαζαν τελετουργικά τα ποτήρια τους ο ένας μετά τον άλλο στις γλάστρες και τους κήπους γύρω από το καφενείο και πήγαιναν να γεμίσουν από την κρήνη. Κι αυτό ενώ κυκλοφορούσαν κάποιες φήμες που συνέδεαν περιστατικά τρέλας στο χωριό με το νερό αυτό. Ένα καλοκαίρι έμεινα σ’ ένα κοντινό χωριό. Φυσικά έπινα νερό από τη βρύση, το οποίο ήταν μια χαρά. Όπως θα μάθαινα στη συνέχεια, τα δύο χωριά είχαν το ίδιο δίκτυο υδροδότησης…

Στο Ρέθυμνο υπάρχει μια κρήνη, η Ριμόντι, που υπάρχει τουλάχιστον από τα βενετικά χρόνια (γνωρίζουμε ότι ανακασκευάστηκε από τον ρέκτορα Ριμόντι το 1623). Το νερό της βγαίνει από φύλλα που σχηματίζουν λιονταροκεφαλές. Από τη βρύση αυτή έπιναν για αιώνες νερό οι κάτοικοι της πόλης. Το νερό είναι ελάχιστα γλυφό, αλλά αβλαβές. Σήμερα πίνουν από την κρήνη μόνο οι τουρίστες, που φροντίζουν να βγάλουν και τις σχετικές φωτογραφίες, αλλά κανείς από τους κατοίκους. Το χρησιμοποιούν μόνο για σφουγγάρισμα τα κοντινά μαγαζιά και συχνά ούτε καν αυτά. Λέγεται μάλιστα ότι όποιος πιει νερό από αυτή την κρήνη μένει για πάντα στο Ρέθυμνο…

Στο Κάιρο υπάρχει αυστηρή ταξιδιωτική οδηγία να μην πίνει κανείς από το ντόπιο νερό, που έρχεται από το Νείλο. Αρκετοί οδηγοί συμβουλεύουν μάλιστα και την αποχή από τη βρώση λαχανικών που έχουν πλυθεί με το νερό αυτό. Η γεύση του άλλωστε είναι πραγματικά αποτρεπτική. Όταν έκανα ντους στο Κάιρο, συχνά μύριζε σαν πισίνα, τόσο χλώριο περιείχε ενίοτε. Ωστόσο για τους ντόπιους, όπως και για τους ξένους κατοίκους του Καΐρου, η πόση του νερού είναι δείγμα εντοπιότητας. Οι λόγοι δεν είναι μόνο οικονομικοί. Το μεγάλο μπουκάλι εμφιαλωμένου νερού στοιχίζει 2-2,5 λίρες (8 λίρες=1 ευρώ), ποσό φυσικά σημαντικό για μια οικογένεια. Ωστόσο υπήρχε κάτι με το νερό: ήταν συνδεδεμένο με την πόλη. Και οι ξένοι κάτοικοι με περηφάνια έπιναν από το ποτήρι τους μπροστά στα έκπληκτα μάτια των τουριστών, βροντοφωνάζοντας με κάθε γουλιά δύσγευστου νερού πως δεν είναι περαστικοί. Η αλήθεια είναι ότι μετά από κάποιο διάστημα η απαίσια γεύση δεν γινόταν αντιληπτή. Γιατί φυσικά, ήμουν κι εγώ από αυτούς που έπιναν το νερό του Νείλου (και ναι! το λέω με περηφάνια)! Ξαναθυμήθηκα ότι μάλλον το νερό του Καΐρου είναι απαίσιο, όταν όταν ήρθα στην Αθήνα: ήπια μονορούφι τρία ποτήρια νερό, γιατί ήταν απλά εξαιρετικό!

Στη Σάναα κανείς δεν έπινε από τη βρύση. Όλοι έπαιρναν πεντάκιλα μπεντόνια που αγόραζαν από τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς προς 45 ριάλια (αν θυμάμαι καλά. 300 ριάλια=1 ευρώ), επιστρέφοντας τα άδεια μπετόνια. Το νερό της βρύσης δεν ήταν άσχημο. Έπρεπε βέβαια να περάσει από το ντεπόζιτο στο ισόγειο κάθε σπιτιού και με αντλία να ανεβεί στο ντεπόζιτο της ταράτσας. Το νερό από το μπετόνι είχε γεύση πλαστικού. Το γκατ συνήθως συνοδευόταν από ατομικό εμφιαλωμένο νερό ή κρύο νερό σε θερμός. Κάθε σπίτι είχε ένα θερμός και συχνά τα πιτσιρίκια το έπαιρναν στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς για να το γεμίσουν απευθείας με μπετόνι από το ψυγείο. Οι περισσότεροι δεν έπλεναν το γκατ, αν και γνώριζαν ότι είχε φυτοφάρμακα, καθώς υπήρχε ο μύθος ότι το κατέστρεφε…

παλιά Σάναα: μια γεμάτη ταβέρνα

Μπαίνετε σε μια άδεια ταβέρνα/καφετέρια. Όλα τα τραπέζια είναι στη διάθεσή σας. Πού να ‘ναι καλύτερα… Μήπως εδώ, δίπλα στο παράθυρο; Όχι, έχει πολύ ήλιο. Εκεί, στη γωνία; Το κλιματιστικό χτυπάει στην πλάτη. Το τραπέζι κάτω από τον ωραίο πίνακα; Τα ηχεία είναι ακριβώς από πάνω… Αλλάζετε τραπέζια και πουθενά δεν είστε ευχαριστημένοι. Κανένα δεν είναι αρκετά καλό… Μήπως δεν έπρεπε τελικά να έρθουμε εδώ;

Μια άλλη μέρα μπαίνετε στην ίδια ταβέρνα/καφετέρια. Είναι κατάμεστη. Καπνός παντού, μουσική και θόρυβος ανθρώπινος, ζωντανός. Δεν υπάρχει χώρος. Ψάχνετε μέσα από πυκνή ατμόσφαιρα απογοητευμένοι. Ξαφνικά μια παρέα σηκώνεται. Τρέχετε γρήγορα να καλύψετε το κενό, πριν προλάβει κάποιος άλλος. Βγάζετε τα παλτά ευχαριστημένοι, σχολιάζοντας την καλή σας τύχη. Είναι το χειρότερο τραπέζι του μαγαζιού, αλλά δεν πειράζει. Αρκεί που βρήκατε…

Μετά από χρόνο ικανό για να πάρω μια μυρωδιά από την παλιά πόλη της Σάναας μου δημιουργήθηκε η παραπάνω εικόνα. Ο κόσμος είναι σε μια γεμάτη ταβέρνα, όπου ο καθένας έχει λίγο και συγκεκριμένο χώρο, χωρίς δυνατότητα να αλλάξει τραπέζι ή να απλωθεί. Το μενού είναι συγκεκριμένο, καθώς και οι ώρες που σερβίρεται. Υπάρχει ενδυματολογικός και συμπεριφορικός κώδικας και οι παρεκκλίσεις δεν είναι αποδεχτές. Όλα έχουν συγκεκριμένο δρόμο και τρόπο. Οι ιεραρχίες είναι πλήρως νομιμοποιημένες: ο πρόεδρος, ο σεΐχης, ο πατέρας, ο δάσκαλος, η μητέρα, ο μεγαλύτερος/-η. Καθένας ξέρει το ρόλο του και δεν διανοείται να βγει από αυτόν. Δεν υπάρχει φιλοδοξία πέραν του δυνατού. Όλα είναι θέλημα του Θεού.

Τα παραπάνω δίνουν μια ηρεμία, μια ευτυχία. Ένας καθηγητής μου στο λύκειο έλεγε ότι ευτυχία είναι να θέλεις αυτό που πρέπει. Αυτό ακριβώς συμβαίνει εδώ· και δίνει μια μακαριότητα. Το πρόγραμμα είναι σταθερό και προδιαγεγραμμένο. Φαΐ 12-2 και από τις 4 η ώρα γκατ. Αυτό. Απλό. Η σταθερότερη αξία είναι η οικογένεια και μετά η φιλία, αν κρίνω από το χρόνο που δίνεται σε κάθε μια. Οι κόσμοι των ανδρών και των γυναικών είναι αυστηρά διαχωρισμένοι. Όλα είναι τα ίδια, παντού. Τα ίδια φαγητά στο Ραμαζάνι, τα ίδια γλυκά στη λήξη του, τα ίδια ρούχα, τα ίδια έπιπλα. Και η πλήρης ή σχεδόν πλήρης αποδοχή αυτής της συνθήκης, ναι, δίνει μια μακαριότητα.

Εγώ από την άλλη είμαι στην άδεια ταβέρνα. Δεν έχω κάποιο λόγο που είμαι στη Σάναα. Θα μπορούσα να είμαι οπουδήποτε εκτός Ευρώπης, με τα φτωχά οικονομικά που έχω επιλέξει. Θα μπορούσα να δουλεύω σε κάποια εταιρεία και να ‘χω φράγκα. Θα μπορούσα να είμαι παντρεμένη με παιδιά. Θα μπορούσα να έχω τα μαλλιά μου μπλε και να φοράω λαμέ. Κι ενώ προσπαθώ να ευχαριστιέμαι την οπτική που μου δίνει κάθε φορά το τραπέζι που κάθομαι, έχω μια αμφιβολία· μήπως το άλλο τραπέζι είναι καλύτερο· μήπως το άλλο παράθυρο έχει καλύτερη θέα…

Δεν μπορώ να κάνω τη ζωή των φίλων μου, που μου φαίνεται τόσο ανελεύθερη, τόσο λίγη, τόσο περιορισμένη. Δεν θα την ήθελα για κανέναν άνθρωπο που θα μπορούσε περισσότερα, και όλοι μπορούμε περισσότερα. Δεν θα τους ευχόμουν όμως και τη δική μου… Δεν τους υπόσχεται μια εναλλακτική μακαριότητα, ούτε ευτυχία… Δεν τους δίνει κάτι στη θέση του Παράδεισου που περιμένουν, της βεβαιότητας και της ανάπαυσης ενός θεού το θέλημα του οποίου ζουν καθημερινά…

Αποχαιρετώντας σιγά σιγά την παλιά πόλη της Σάναας, τη Σάναα αλ Καντίμα, έχω την αίσθηση δυο αγεφύρωτων κόσμων που μπορούν όμως να αγαπηθούν μέχρι δακρύων στην έλλειψη του άλλου… Εύχομαι μέχρι να ριζώσω, δάκρυα να συνοδεύουν κάθε μου μετακίνηση, απτή ένδειξη δοσίματος και αγάπης…

Published in: on Οκτώβριος 2, 2009 at 21:17  7 Σχόλια  

ανέκδοτο

(Το Ραμαζάνι τέλειωσε, το Ραμαζάνι πάει. Το Αΐντ αλ-Φιτρ (η γιορτή μετά τη λήξη του Ραμαζανιού), θα κρατήσει τα μαγαζιά κλειστά μέχρι το Σάββατο. Μέχρι να αξιωθώ να γράψω εκείνο το ποστ για το Ραμαζάνι στη Σάναα, πάρτε ένα ανέκδοτο)

–          Πόσο χρονών είσαι, ρώτησα μια μέρα το παλικαράκι που δουλεύει στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς μου, το οποίο, όπως και πολλά άλλα μαγαζιά στη Σάναα, δεν έχει πόρτα, αλλά ο μαγαζάτορας πηδάει πάνω από τον πάγκο για να μπει μέσα.

–          16, μου λέει. Εσύ;

–          Είμαι 15 χρόνια μεγαλύτερή σου…

–          Όχι, δεν γίνεται! Εσύ φαίνεσαι μικρότερη από μένα.

–          Είναι που οι γυναίκες εδώ φορούν μπούργκα και δεν έχεις δει πολλές.

–          Όχι, έχω δει! Τη μάνα μου, τις αδερφές μου… Κι άρχισε να μετράει. Εξάντλησε τα δάχτυλα του ενός χεριού. Δεν συνέχισε με το δεύτερο χέρι…

–          Ε, είδες που σου λέω!

υπομονή & καρτερία

(ένα παλαιότερο κείμενο, που θα το ανέβαζα στη θέση του Νύχτες μαγικές στην Αραπιά, αν μπορούσε να το αναγνωρίσει ο υπολογιστής. Έχω ξανακόψει το τσιγάρο στο μεταξύ, που σημειωτέον εδώ το πακέτο στοιχίζει 0,50 ευρώ. Για να δώσω τον παλμό των ημερών, ετοιμαζόμαστε πυρετωδώς για τη λήξη του Ραμαζανιού και ζούμε στο ρυθμό του H1N1, καθώς με τον αριθμό 127 νοσούντων και 2 νεκρών άρχισαν από χτες να κάνουν την εμφάνισή τους ιατρικές μάσκες στους δρόμους. Οι περισσότερες περιπτώσεις αποκαλύφθηκαν τις 4 τελευταίες μέρες… Καλό ε;)

Αυτό είναι το ένα στοιχείο (η καρτερία και η υπομονή) που οφείλει να αποκτήσει κάποιος στον αραβικό κόσμο αν θέλει να επιβιώσει (το δεύτερο είναι να ξεχάσει την έννοια της λογικής όπως την ήξερε). Η περιπέτεια της παρακάτω εκτύπωσης θεωρώ πως είναι ενδεικτική… Μια απλή καθημερινή ιστορία…

Κουΐζ: Πόση ώρα μπορεί να πάρει η εκτύπωση 150 σελίδων; Η απάντηση στο τέλος του ποστ!

Στις 23:00 λοιπόν βρισκόμουν στην πλατεία Ταχρίρ, την κεντρική πλατεία στην πρωτεύουσα της Σάναα (Υεμένη) για την εκτύπωση που λέγαμε. Στο μαγαζί ήταν ένας νεαρός τζαμπιοφόρος (τζαμπία: μικρό σπαθάκι που προσφάτως έμαθα ότι εκτός από διακοσμητικό μεταβάλλεται ενίοτε και σε εγκληματικό όργανο όταν τα πνεύματα οξυνθούν) με γεμάτο γκατ το ένα του μάγουλο. Διαπραγματευτήκαμε την τιμή της σελίδας. Βάζω το στικ μου στη θύρα USB του (μ’ αρέσει να γίνομαι πρόστυχη). Το κείμενο ήταν σε office 2007 και δεν το αναγνώριζε. Και πάντα το θυμάμαι να το μετατρέπω… Προφανώς όχι πάντα. Δεν υπάρχει πρόβλημα, μια στιγμή.

Άναψα τσιγάρο προς μεγάλη απορία των αντρών που περνούσαν στο δρόμο. Το τσιγάρο τέλειωσε. Μετά από λίγο εμφανίστηκε. Είχε μετατρέψει το αρχείο. Έβαλε καμιά εικοσαριά σελίδες στον εκτυπωτή για να εκτυπώσει 150. Εκτύπωσε μια σελίδα. Όχι, δεν την ήθελα έγχρωμη. Ασπρόμαυρη, εντάξει. Ναι, βγήκε. Άρχισε να εκτυπώνει αργά και βασανιστικά. Κόσμος μπαινόβγαινε και έβγαζε φωτοτυπίες. Το χαρτί τέλειωσε. Του το είπα. Έβαλε άλλες είκοσι σελίδες. Μετά από αυτές… δεν υπήρχε άλλο χαρτί. Πήγε να φέρει. Συνεχίστηκε αυτή η διαδικασία μέχρι τη σελίδα 76. Είχε τελειώσει το μελάνι και οι υποσημειώσεις δεν διαβάζονταν. Πήγε να φέρει μελάνι. Είχα ιντερνετικό ραντεβού με την πρώην συγκάτοικό μου που με πήρε τηλέφωνο. Ένα μικρό προβληματάκι στον εκτυπωτή. Γελούσε στην άλλη άκρη της γραμμής. Γελούσα κι εγώ. Ήξερε κι εγώ ήξερα ότι ήξερε. Το παλικαράκι επέστρεψε με μια σύριγγα μελανιού. Μόλις το έβαλε, κόπηκε το ρεύμα.

Οι διακοπές ρεύματος είναι καθημερινό φαινόμενο καθώς αλλάζει το σύστημα ηλεκτροδότησης. Δεν έχουμε ρεύμα 5-6 ώρες την ημέρα, πράγμα που έχουμε συνηθίσει. Μεγάλο μέρος του προαναφερθέντος κειμένου έχει γραφτεί υπό το φως κηρίων και υπό την απειλή εξάντλησης της μπαταρίας του λαπτοπ μου (η οποία αρκετές φορές τελειώνει πριν να ξανάρθει το ρεύμα).

Το ρεύμα θα ερχόταν σε κανα δίωρο. Αφού το συζητήσαμε λίγο, άφησα τις φωτοτυπίες κι έφυγα. Αργότερα ή αύριο.

Θα έστελνα μήνυμα στη συγκάτοικό μου μόλις βρισκόμουν στο ίντερνετ. Άλλωστε ο αριθμός του τηλεφώνου της ήταν στο mail μου. Πήγα σε τέσσερα ιντερνετάδικα σε διαφορετικούς δρόμους από την πλατεία. Κανένα δεν είχε ρεύμα. Πάνω που ετοιμαζόμουν να στείλω σ’ ένα φίλο στη Σαουδική Αραβία να μου στείλει το τηλέφωνο της συγκατοίκου μου στη Γερμανία, το ρεύμα ήρθε. Μπήκα στο ιντερνετάδικο που ήταν άδειο. Είπα ότι ήθελα να μιλήσω skype, οπότε χρειαζόμουν υπολογιστή με ακουστικά και μικρόφωνο. Όχι, δεν μ’ ένοιαζε η κάμερα.

Κάθισα. Μπήκα στο mail μου και έστειλα μήνυμα στη συγκάτοικό μου ότι περιμένω να συνδεθώ. Το skype φαινόταν να μη δουλεύει. Πάνω που πήγα να τον φωνάξω ήρθε. Το εικονίδιο στην επιφάνεια εργασίας ήταν η παλιά βέρσιον. Έπρεπε να γίνει setup στην καινούρια: 20 minutes remaining… Άρχισα να διαβάζω τα μέιλς μου. Επιτέλους συνδέθηκα. Έστειλα μήνυμα στη συγκάτοικο. Με πήρε skype. Ούτε την άκουγα ούτε με άκουγε. Πρόβλημα στα ακουστικά. Ασπέτα να τ’ αλλάξω. Πήγα στον τύπο. Πήγε να μου δώσει τα δικά του. Το καλώδιο του μικροφώνου ήταν κομμένο. Ρώτησε έναν από τους τύπους που ήταν σ’ άλλο υπολογιστή αν χρειαζόταν τ’ ακουστικά του. Δεν τα χρειαζόταν. Τα πήρε, τα τοποθέτησε και την πήρα τηλέφωνο. Την άκουγα άλλα δεν με άκουγε. Πρόβλημα στον υπολογιστή. Σύνδεση με Κάιρο η φάση. Η ώρα ήταν γύρω στη μία το πρωί, αλλά όλοι οι υπολογιστές ήταν γεμάτοι. Δεν μπορούσα ν’ αλλάξω. Μ’ άρεσε που στο διευκρίνισα ότι ήθελα να μιλήσω, φίλε. Τέλος πάντων. Κανένα πρόβλημα. Εμπρός λοιπόν καλά μου δάχτυλα.

Μιλήσαμε. Πέτυχα και τον visk και τα είπαμε λίγο. Έγραψα και τις απαντήσεις σε ένα από τα ποστ, μέχρι να το καταλάβω πέρασε η ώρα. Στις 3 έκλεινε το μαγαζί. Λες να ‘ναι ακόμη ανοιχτό το φωτοτυπάδικο; Είπα να περάσω.

Ήταν ανοιχτός. Μέσα ήταν δυο τύποι και εκτυπωναν στρογγυλές καρτέλες. Είχε τελειώσει το κόκκινο μελάνι και το τραντάφυλλο έβγαινε κίτρινο. Κανένα πρόβλημα. Μια στιγμή, τελειώνουν. Άναψα τσιγάρο. Τέλειωσε. Περίμενα λίγο ακόμη. Σειρά μου.

Έβαλε καμιά 20αριά σελίδες για να εκτυπώσει 75. Άρχισε η εκτύπωση. Ήταν έγχρωμη. Δεν βαριέσαι. Έγχρωμη. Ένα χέρι έπρεπε να είναι μπροστά για να μην πέφτουν οι σελίδες στο πάτωμα. Όταν δεν ήταν το δικό του ήταν το δικό μου. Ξανάβαλε σελίδες. Ο εκτυπωτής έφαγε δύο. Όταν ξανάρχισε να εκτυπώνει, ξαναεκτύπωσε τις πρώτες σελίδες. Το έσβησε και το ξαναρύθμισε. Όταν είχαν μείνει 25 σελίδες το χαρτί τελείωσε από το μαγαζί! Μήπως γινόταν να το εκτυπώσουμε σε μισή κόλλα χαρτί; Όχι, χρειαζόμουν τα πλαϊνά διαστήματα (τα οποία επίτηδες είχα μεγαλώσει από τη μία πλευρά για να σημειώνω, αν και για κάποιο λόγο το κείμενο έβγαινε από την αρχή κεντραρισμένο, πράγμα που εννοείται δεν είχα μπει εξαρχής στον κόπο να σχολιάσω). Έφυγε να φέρει χαρτί. Γύρισε. Η εκτύπωση τελείωσε. Ήταν 4 το πρωί.

Τα κατάφερα να φτάσω στους γειτόνους μου πριν το φατζρ (την προσευχή που σημαίνει την έναρξη της νηστείας). Ήθελα να τους δείξω τις εκτυπώσεις για τις οποίες είχα αρνηθεί όλες τις 10 φορές που με πήραν τηλέφωνο να φάω μαζί τους σήμερα και να μασήσουμε γκατ. Στις 4:15 τους χτύπησα την πόρτα. Είχαν φάει ήδη, αλλά ψιλόπιναν. Μου έβαλαν να φάω εγώ. Το ήξερα ότι δεν είχαμε χρόνο. Μόνο η μαχάλεμπια που μ’ αρέσει. Όχι, και μια μπανάνα. Άντε άλλη μία. Σε κάποια φάση σταμάτησαν απότομα, όταν ήμουν δυο γουλιές πριν το τέλος. Τι; φώναξε ο μουεζίνης; Στο σπίτι μου ακούγεται πιο έντονα. Εδώ ούτε που τον άκουσα. Μουσουλμανικό βιονικό αυτί! Μια καθημερινή μέρα Ραμαζανιού είχε φτάσει στο τέλος της.

Απάντηση στην αρχική ερώτηση: μια εκτύπωση 150 σελίδων μπορεί να διαρκέσει 5 ώρες.

Όσοι αντέξατε ως εδώ πάρτε ένα βιντεάκι από το Νταρ ελ-Χάτζαρ που τράβηξα πριν κανα μήνα.

Ραμαζάνι στο χωριό

Στο τηλέφωνο ήταν η καλή μου γειτόνισσα. Θα πήγαιναν στο χωριό για το φουτούρ (το γεύμα που σπάει τη νηστεία του Ραμαζανιού μετά το απογευματινό κάλεσμα για προσευχή. Στην Αίγυπτο το λένε ιφτάρ). Θα το ‘θελα πολύ μα δεν μπορώ. Έχω ένα κείμενο που πρέπει να τελειώσω. Μα πρέπει. Μα δεν μπορώ. Μα πρέπει. Μα δεν μπορώ. Μα-πρε-πει! Μα-δεν-μπο-ρώ! Τέλος πάντων κλείσαμε το τηλέφωνο χωρίς να είναι σαφές που καταλήξαμε. Στις 17:20 χτύπησε την πόρτα ο γείτονας. Μα είπα πως δεν έρχομαι. ΠΡΕ-ΠΕΙ!!! Άτακτη υποχώρηση. Ντύθηκα,πήρα τα αναψυκτικά που είχα αγοράσει και μπήκα στο αυτοκίνητο.

Οι γείτονες δεν υπολόγισαν ότι θα καθυστερούσα και ξεκινήσαμε αργά από τη Σάναα. Στο δρόμο είχε πολλή κίνηση. Όλοι πήγαιναν σπίτια τους για το φουτούρ. Κόρνες και εκνευρισμός. Πλακωθήκαμε κι εμείς με κάτι τύπους που μας τη βγήκαν με ένα καροτσάκι πλανόδιου. Ο γείτονας άνοιξε την πόρτα και τα κλωτσομπουνίδια άρχισαν στο δευτερόλεπτο. Άλλοι άντρες ήρθαν και τους χώρισαν∙ κάποιοι φώναζαν αΐπ αΐπ (ντροπή, ντροπή). Ο καυγάς έληξε και συνεχίσαμε την τρελή μας κούρσα (βλ. βίντεο).

burgaΤη διαδικασία την ήξερα πλέον. Μπούργκα, ω μπούργκα! Δεν είχα φέρει μαζί μου αυτή που μου χάρισε η γειτόνισσα, οπότε η αδερφή του γείτονα έδεσε τη μαντήλα της έτσι ώστε να αφήνει ακάλυπτα μόνο τα μάτια, και μου έδωσε τη μπούργκα της. Ίσα που προλάβαμε πριν από το μπλόκο! Καταφέραμε να φτάσουμε στο χωριό ακριβώς την ώρα που φώναζε ο μουεζίνης!

Νόμιζα πως η φάση θα παιζόταν όπως την προηγούμενη φορά (βλ. ποστ ‘Παρασκευή στο χωριό’), που μια χαρά τα είχαμε περάσει με την ευμεγέθη οικογένεια της γειτόνισσας. Έκανα λάθος και δεν άργησα να καταλάβω γιατι έ-πρε-πε να πάω. Τα πιτσιρίκια που βρίσκονταν στο σπίτι με ανέλαβαν αμέσως. Με έβαλαν να καθήσω στη μικρή μαφράτζα (βλ. φώτο στο ‘αυγουστιάτικη πανσέληνος’), όπου αρχικά ήμαστε μόνοι μας, εφτά πιτσιρίκια κι εγώ.

Σιγά σιγά άρχισαν να έρχονται γυναίκες που δεν ήξερα και αφού χαιρετούσαν τις υπόλοιπες που κάθονταν σιγά σιγά στη μαφράτζα έπαιρναν κι εκείνες τη θέση τους. Γύρω στις 15 μαζευτήκαμε, μαζί με έναν ασαφή αριθμό πιτσιρικιών (πάνω από 10 σίγουρα). Ήταν η ημέρα που οι γυναίκες –συγγενείς και γειτόνισσες- μαζεύονταν σε αυτό το σπίτι. Πού ήταν οι σύζυγοί τους; Με άλλους συγγενείς. Ο γείτονας άφαντος. Έφαγε στην κουζίνα, όπως έμαθα αργότερα, με έναν από τους συζύγους του σπιτιού και μετά πήγαν για γκατ στο μαγαζί του δεύτερου.

μέρος του 'τραπεζιού' (=μουσαμάς πάνω σε ύφασμα στο χαλί). Γύρω υπήρχαν περίπου 15 γυναίκες και άλλα τόσα πιτσιρίκια. Στις γυναίκες στην Υεμένη δεν αρέσουν οι φωτογραφίεςΤο πλουσιοπάροχο γεύμα στρώθηκε στο χαλί του χωλ. Τα κοινά μας πιάτα έφευγαν μόλις άδειαζαν κι αντικαθιστώνταν με νέα. Πιάσαμε κουβέντα με την αδερφή της μαμάς της γειτόνισσας στο ημίφως, καθώς από την αρχή του γεύματος δεν είχαμε ρεύμα. Φυσιογνωμία! Έντεκα παιδιά είχε κάνει, ζωή να ΄χουνε. Είναι ωραία η μεγάλη οικογένεια, λέει. Άλλα ήταν στο χωριό και άλλα στη Σάναα.

Μετά το γεύμα, μαζεύτηκε το ‘τραπέζι’ και αράξαμε στο χαλί. Επιτροπή των πιτσιρικιών ήρθε να με προσκαλέσει στη μικρή μαφράτζα. Τους είπα ‘αργότερα’. Είχαν μαζευτεί πολλά και με τα πιτσιρίκια που ντρέπονται η συνεννόηση είναι δύσκολη. Σε λίγο ήρθε η ώρα του γκατ.

Μαζευτήκαμε στη μικρή μαφράτζα. Οι γυναικείες τσάντες άνοιξαν και βγήκαν τα σακουλάκια του γκατ. Αρκετές με παρακολουθούσαν να δουν αν τα καταφέρνω. Το καθημερινό γκατομάσημα στη διάρκεια του Ραμαζανιού με έχει κάνει ξεφτέρι! Η δασκάλα γειτόνισσά μου με είχε δίπλα της με περηφάνεια.

Αρκετές από τις γυναίκες ήταν ντυμένες σα να πήγαιναν σε βραδινή δεξίωση. Δυο κοπελιές, γύρω στα 16-17, μόλις έβγαλαν το ‘παλτό’ (το μαύρο φουστάνι που είναι αναπόσπαστο μέρος της ‘στολής δρόμου’), βγήκαν τα τούλια, τα στρας και οι ταφτάδες. Όλες φορούσαν φουστάνια, διαφόρων χρωματισμών και σχεδίων (κάποια με ντεκολτέ) και όλες φορούσαν παντελόνια κάτω από αυτές τις τουαλέτες δεξίωσης. Έτσι πάει το πράγμα.

Υπήρχε ένα μωρό που άλλαζε χέρια καθόλη τη διάρκεια της παραμονής μου στο σπίτι. Αν δεν θυμόμουν από την προηγούμενη φορά ποια ήταν η μητέρα του, θα ήταν αδύνατο να καταλάβω. Περνούσε από γυναίκα σε γυναίκα και όλες του μιλούσαν και το έπαιζαν (κάποιες άγρια θα έλεγα). Η καθεμιά τους είχε τουλάχιστον τρία παιδιά, αλλά δεν μπορούσαν να αντισταθούν σε ένα ακόμη. Το μωρό δεν αντιδρούσε καθόλου. Μετά από τρεις ώρες γύρα, επιτέλους διαμαρτυρήθηκε. Ναι, ήταν τελικά ζωντανό.

Η παρέα περιλάμβανε δύο μαμάδες που θήλαζαν, τη μητέρα του προαναφερθέντος μωρού και τη μαμά ενός παιδιού που χόρευε άνετα το χορό της τζαμπίας. Όταν άρχισαν να διαμαρτύρονται και τα δύο, σε διαφορετικές φάσεις, οι μαμάδες πέταξαν έξω τα βυζιά τους (ένα η καθεμιά) και τα τάισαν.

Τα πιτσιρίκια σιγά σιγά αποσύρονταν. Όταν ήρθε η ώρα να φύγουμε (πρέπει να ‘ταν γύρω στη 1 το πρωί), βρήκα τρία να κοιμούνται χύμα στο πάτωμα του χωλ (εκεί που είχαμε φάει), χωρίς μαξιλάρια, σκεπασμένα με μια κουβέρτα. Γύρω τους γινόταν χαμός, καθώς άλλα έπαιζαν και οι γυναίκες φώναζαν η μία στην άλλη. Τα πιτσιρίκια δεν φαίνονταν να πτοούνται.

Σε δυο-τρεις μέρες θα αρχίσουμε τη φεγγαροπαρατήρηση για να ορίσουμε τη λήξη του Ραμαζανιού (βλ. ποστ ‘Εδώ το Ραμαζάνι, εκεί το Ραμαζάνι), η οποία αναμένεται γύρω στις 20 Σεπτέμβρη. Θα ακολουθήσει μια τετραήμερη γιορτή που εξαντλείται αποκλειστικά σε επισκέψεις από σπίτι σε σπίτι. Μετά από αυτό, δεσμεύομαι να γράψω ένα ποστ για το Ραμαζάνι στη Σάναα, το οποίο έχει πάρα πολλά ενδιαφέροντα πράγματα.

Με το στόμα μου πρησμένο από τη χτεσινή υπερκατανάλωση γκατ, σας φιλώ

Υ.Γ. Για να δείτε τις λεζάντες στις φωτογραφίες, ακουμπήστε τις με τον κέρσορα πάνω στη φωτογραφία

Published in: on Σεπτεμβρίου 16, 2009 at 13:04  5 Σχόλια  

τρώγοντας από το ίδιο πιάτο, πίνοντας από το ίδιο ποτήρι

Κάθε κουλτούρα έχει τις ιδιαίτερότητές της, κάποιες από τις οποίες έχουν σημαντικές προεκτάσεις. Η τελετουργία της βρώσης είναι μία από αυτές.

 Στην Υεμένη τα πιάτα με το φαγητά παίρνουν τη θέση τους πάνω στο μουσαμά ή στο ύφασμα που απλώνεται στο πάτωμα για αυτό το λόγο. Οι σύν-τροφοι κάθονται γύρω από αυτό. Η χρήση κουταλιού είναι σπάνια (για πηρούνι και μαχαίρι δεν το συζητάμε καθόλου). Για την ανέλκυση της μπουκιάς χρησιμοποιούνται τα χέρια ή το ψωμί –η γνωστή αραβική πίτα ή ένα ψωμάκι ξυλόφουρνου που έχουν στην Υεμένη και ισχυρίζονται πως ήρθε στην περιοχή από τον οθωμανικό στρατό- μέσα στο οποίο αιχμαλωτίζεται το προς βρώση.

Στην Υεμένη λοιπόν δεν υπάρχει η λογική του ιδιαίτερου ‘δικού σου’ πιάτου, το οποίο γεμίζεις με το φαγητό που πρόκειται να φας. Όλα τα πιάτα είναι κοινά και έχουν μια συγκεκριμένη σειρά, από την οποία έχω καταλάβει ότι το κρέας, όταν υπάρχει, έρχεται τελευταίο. Τις περισσότερες φορές τα ποτήρια είναι λιγότερα από τους συνδαιτημόνες. Γεμίζουν, αδειάζουν και πάνε στον επόμενο. Παρόλο που η γειτόνισσά μου χτες μου έλεγε ότι δεν της αρέσει να πίνει από ποτήρια κόσμου που δεν ξέρει, σε όλα τα εστιατόρια-ταβερνεία της Υεμένης υπάρχει στο τραπέζι ένα θερμός με ένα ποτήρι. Από αυτό θα πιουν όλοι όσοι θα καθίσουν στο τραπέζι. Δεν ξέρω αν το ποτήρι αλλάζει κάποια στιγμή μέσα στη μέρα, αλλά αμφιβάλλω αν υπάρχει κάποιος που ασχολείται με το θέμα. Η πρακτική αυτή είναι συνήθης και στο Κάιρο, όπου δεν υπάρχει η λογική του κοινού πιάτου.

Αυτό το μοίρασμα του φαγητού, έχει προεκτάσεις σε όλα τα επίπεδα. Δεν υπάρχει το ιδιαίτερο ‘δικό σου’ δωμάτιο, ούτε ο ιδιαίτερος ‘δικός σου’ χώρος μέσα στο σπίτι, ούτε οι ιδιαίτερες ‘δικές σου’ επιλογές. Όλα είναι ένα μοίρασμα. Ακόμη για το γκατ, που ο καθένας στις επισκέψεις έρχεται με το δικό του σακουλάκι, δεν υπάρχει περίπτωση να μη δώσει ο ένας στον άλλο. Το ίδιο και στα τσιγάρα, που όσοι καπνίζουν προσφέρουν στην παρέα πριν να ανάψουν το δικό τους, ακόμη και αν όλοι έχουν τα πακέτα τους.

Τα παιδιά εδώ δεν έχουν δικά τους παιχνίδια, ούτε το δικό τους δωμάτιο. Ένα κοριτσάκι, ανιψάκι των γειτόνων μου, μια νύχτα, μέχρι να πάει να κοιμηθεί, άδειαζε σταδιακά τις τσέπες της στα χέρια μου. Στο τέλος της βραδιάς είχα καραμελίτσες, φυστικάκια, λιωμένα σοκολατάκια και διάφορους άλλους μικρούς θησαυρούς, που ‘έπρεπε’ να πάρω, όπως μου έλεγε, χρησιμοποιώντας τη φράση που λένε και οι γονείς της. Προχτές ένας γείτονάς μου κρατούσε δυο τσαμπιά σταφύλια. Μόλις με είδε, μου έδωσε το ένα.

Την ώρα του φαγητού, όσοι δουλεύουν στα μαγαζιά κάθονται στο δρόμο. Κάνουν ένα κύκλο και έχουν απλωμένο σε ένα ύφασμα το κοινό τους φαγητό. Μπορεί να είναι ένδειξη φιλίας αυτό το μοίρασμα. Σε ένα γάμο που είχα πάει (βλ. ποστ ‘ένας σαναανέζικος γάμος’), ένας παππούς πριν να μου δώσει τσάι, ήπιε πρώτα μια γουλιά εκείνος και μετά μού πρόσφερε το ποτήρι με ένα καφέ χαμόγελο. Η γιαγιά του σπιτιού των γειτόνων μου, που πρέπει να πάσχει από γεροντική άνια, μετά από δυο μήνες που επισκέπτομαι το σπίτι, μου έδωσε να πιω νερό από το ποτήρι της. Και τα δύο περιστατικά τα βρήκα πολύ τρυφερά…

Είναι απολύτως φυσιολογικό να μοιράζονται είκοσι άτομα το ίδιο σπίτι, στο οποίο μπορεί να συνυπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις γενιές. Όταν έφυγε η συγκάτοικός μου με ρωτούσαν όλοι αν θα έμενα μόνη μου, και πραγματικά με λυπόντουσαν όταν τους απαντούσα θετικά.

Αυτό το μοίρασμα, που στην Ελλάδα ευτυχώς το βιώνουμε ακόμη στο μεζέ με το αλκοόλ, σχεδόν απουσιάζει εξολοκλήρου από την Ευρώπη, που έχει αναπτύξει τη λογική της ιδιωτικότητας στα πάντα. Το ιδιωτικό δεν υπάρχει σε αυτό το κομμάτι του πλανήτη. Καθένας είναι μέλος της οικογένειας και της κοινότητας, τις οποίες πρέπει να λαμβάνει υπόψη στις αποφάσεις του, οι οποίες αποφασίζουν για αυτόν, παρακολουθούν και κρίνουν. Όταν με ρωτούσαν όλοι στην αρχή του Ραμαζανιού αν νηστεύω, είναι γιατί ακριβώς αυτές οι πρακτικές δεν είναι μια ιδιωτική υπόθεση. Η διαφορετικότητα καταδικάζεται, όχι μόνο στη συμπεριφορά αλλά και στα ρούχα. Οι ρόλοι είναι πολύ συγκεκριμένοι και όσοι θέλουν να είναι κομμάτι του συνόλου, δεν διανοούνται να τους παραβούν. Οι ‘ιδιαίτεροι’ ζουν σε μια δική τους παράλληλη κοινωνία: το σύνολο δεν τους θεωρεί κομμάτι του, ούτε οι ίδιοι θεωρούν τους εαυτούς τους κομμάτι του συνόλου.

Το ότι δεν αντιμετωπίζω προβλήματα σε αυτή την κοινωνία, που με δέχεται ως μέλος της οικογένειας, ως γειτόνισσα και φίλη, είναι γιατί είμαι εξορισμού διαφορετική. Και πάλι όμως υπάρχουν όρια σε αυτό. Φαντάζομαι ότι αν έβαζα άντρες στο σπίτι, αν είχα παρέα με την οποία επιδιδόμασταν στην αλκοολοποσία κλπ, νομίζω πως τα πράγματα δεν θα ήταν τόσο εύκολα… Από τα ανοιχτά μου παράθυρα με βλέπουν με τις τιράντες, αλλά δεν διανοούμαι να βγω στο δρόμο χωρίς να φοράω κάτι μακρύ. Και τώρα στο Ραμαζάνι, έχω κατεβασμένες τις κουρτίνες, παρόλο που όλοι ξέρουν ότι δεν νηστεύω.

Αλλά όσο διαφορετικός και να είσαι, κάποια πράγματα απλά μόνο έτσι μπορούν να γίνουν. Έτσι πίνω από το κοινό μας ποτήρι, βουτώ τα δάχτυλά μου στο κοινό πιάτο, στη συνέχεια γατογλείφομαι για να τα καθαρίσω και εννοείται πως ούτε καν έχω σκεφτεί να τα πλύνω πριν καθίσω στο πάτωμα γύρω από το μουσαμά…

Published in: on Σεπτεμβρίου 11, 2009 at 15:38  5 Σχόλια  

νύχτες μαγικές στην αραπιά

(είχα ετοιμάσει ένα άλλο ποστ για σήμερα, αλλά το έγραψα σε word 2007 που δεν το αναγνωρίζει ο υπολογιστής… Οπότε ανεβάζω ένα παλιότερο, αμαρτωλό, προ-ραμαζανιού)

Για κάποιες μέρες έμεινε στο σπίτι μου ένας φίλος που δουλεύει δημοσιογράφος στη Σαουδική Αραβία, προς μεγάλη απορία των γειτόνων μου: άντρας και γυναίκα άγαμοι στο ίδιο σπίτι φυσικά συνεπαγόταν άγριες νύχτες σεξ. Ένα βράδυ, λοιπόν, η κοινή μας φίλη είχε τη φαεινή ιδέα να πάμε στο Σέρατον, χτισμένο σ’ ένα λόφο στην άκρη της πόλης. Φτάσαμε γύρω στις 21:00. Θα τρώγαμε σ’ ένα χώρο έξω από το ξενοδοχείο, με το χαρακτηριστικό όνομα ‘Χάιμε’ (το χ να βγαίνει από την καροτίδα παρακαλώ), που σημαίνει ‘σκηνή’. Κι ακριβώς αυτό ήταν.

Τα ξενοδοχεία 5* στην Υεμένη (όπως θα μάθαινα δεν υπάρχει κάποια υπηρεσία που να ελέγχει την ποιότητα των εγκαταστάσεων και των παρεχόμενων υπηρεσιών για να κρίνει πόσα αστέρια οφείλει να έχει ένα ξενοδοχείο), προσφέρουν το απαγορευμένο κατά κανόνα (όχι και κατά πράξη) στην υπόλοιπη Υεμένη αλκοόλ. Οπότε μαζί με το φαγητό μας, παραγγείλαμε και κουτάκια μπύρας (αυτά των 330ml) που θα πληρώναμε 8,5 ευρώ έκαστο, ποσό αδιανόητο για τη χώρα.

Το στήσιμο του χώρου είχε το στυλ μαγαζιού στην Εθνική. Υπήρχαν ακόμη και τρεις ντισκόμπαλες! Στη σκηνή ήταν δυο συνθεσάιζερ που τα χειριζόταν ένας Φιλιππινέζος και άλλες δύο τραγουδούσαν. Όταν έκαναν διάλειμμα κι έμπαινε μουσική κονσέρβα, τα πράγματα ήταν ακόμη χειρότερα. Σύντομα το πρόγραμμα άλλαξε σε ‘λαϊκό’. Μια βραζιλιάνα μπέλλυντάνσερ εκτέλεσε το χειρότερο χωρό της κοιλιάς που έχω δει…

Ήταν όλοι τους εκεί: ο Τσάκωνας με μαλλιά, ο τύπος από τo Meaning of life που έσκασε από το φαΐ, ο Μπίλιας, ο Γαρδέλης, ο Γιώργος Αρμένης από το «Όλα Είναι Δρόμος», που στο τέλος βάζει να γκρεμίσουν εκείνο το μαγαζί στην Εθνική… Μόνο που ήταν πιο σκούροι και κάποιοι φορούσαν ρούχα της Σαουδικής Αραβίας. Έπιναν red bull (ο φίλος μου θα μου διευκρίνιζε ότι οι περισσότεροι είχαν βότκες μέσα στις τσάντες τους) και κάπνιζαν ναργιλέ. Όσοι φορούσαν κουστούμια, έβγαιναν κατευθείαν από τη δεκαετία του ’70, όταν στην μόδα ήταν εκείνα τα γυαλιστερά υφάσματα στις αποχρώσεις του γκρίζου και μπριγιαντίνη στα μαλλιά. Θα χόρευαν στη συνέχεια στο ρυθμό του τσιφτετελιού. Δεν ξέρω αν το γνωρίζετε, αλλά το τσιφτετέλι στον αραβικό κόσμο, με όλη την κινησιολογία που θεωρούμε ‘θηλυκή’, είναι αυστηρά αντρική υπόθεση. Από τις γυναίκες που βρίσκονταν στην κατάμεστη αίθουσα, μόνο δύο σηκώθηκαν να χορέψουν.

Καμία από τον θηλυκό πληθυσμό δεν φορούσε μπούργκα. Τις είχαν στις τσάντες τους. Τιράντες με βαθειά ντεκολτέ, μίνι ή στενά παντελόνια και περίτεχνα χτενίσματα. Πραγματικά ποτέ δεν μπορείς να ξέρεις τι κρύβεται κάτω από μια μπούργκα.

Στο τέλος της βραδιάς δύο πολύ φιλικοί Σαουδάραβες θα κάθονταν στο τραπέζι μας. Αφού παίξαμε λίγο με τις ηλικίες μας και ποιος είναι γιος και κόρη ποιανού, τους είπα την ηλικία μου. Σε παντρεύομαι, θα μου έλεγε ο ένας από τους δυο, που είχε τουλάχιστον πέντε δεκαετίες στην πλάτη του. Πόσες γκαμήλες δίνεις, θα ρωτούσα αστειευόμενη. Εκατό. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του φίλου μου, μία γκαμήλα στοιχίζει 5000 στερλίνες ή 254 κότες. Δεν ξέρω, του απαντάω. Πρέπει να ρωτήσω αν είναι καλή η τιμή που μου δίνεις… Όπως θα μου έλεγαν οι φίλοι μου στη συνέχεια, πιθανότατα θα ήμουν η τρίτη του γυναίκα…

Όταν ήρθε ο λογαρισμός, γύρω στις 2 το πρωί που τέλειωσε το πανηγύρι, έμεινα άναυδη: 140 ευρώ! Στη λυπητερή περιλαμβανόταν επιπλέον χρέωση για καθένα από τα άτομα που μας διασκέδασαν, πέντε στον αριθμό (οι τρεις Φιλιππινέζοι, ένας υεμενέζος τραγουδιστής και η χορεύτρια). Τιμή 5* με ποιότητα Εθνικής. Ήταν, ωστόσο, μια εμπειρία: το όλο σκηνικό σε κάθε πτυχή του, απλά δεν υπήρχε!

Published in: on Σεπτεμβρίου 2, 2009 at 21:29  5 Σχόλια