ροκάδες, μπούρκες, στιβάνια και κελεμπίες: σώματα που αντιστέκονται στις καιρικές συνθήκες

(Αλεξάνδρεια) Θυμάμαι το χειμώνα που είχα κάνει εράσμους στο Μπέρμιγχαμ την έκπληξή μου τα βράδια. Μα είναι τρελός αυτός κόσμος, αναρωτιόμουν. Πώς είναι δυνατόν με τέτοιο κρύο οι κοπελιές να φορούν μίνι χωρίς καλσόν, σαγιονάρες και καλοκαιρινές τιράντες/ξώπλατα, και τα παλικάρια να κυκλοφορούν με τα πουκαμισάκια; Στην πορεία διερεύνησης του μυστηρίου ανέκυψε η εξής πρακτική απάντηση για τους άντρες: έπρεπε ν’ αφήνουν στην καρνταρόμπα τα παλτά τους και να πληρώνουν για τη φύλαξη, πράγμα που δεν συνέφερε αν περιφερόσουν από κλαμπ σε κλαμπ. Επιπλέον αν γινόσουν πίτα, υπήρχε μεγάλη πιθανότητα να ξεχνούσες το μπουφάν σου σε κάποιο απ’ αυτά κι μετά άντε ψάξε βρες το. Ωστόσο για τις γυναίκες το μυστήριο δεν λύθηκε.

Νούβιοι στο μετρό του Καΐρου με θερμοκρασία άνω των 30 βαθμών

Νούβιοι στο μετρό του Καΐρου με θερμοκρασία άνω των 30 βαθμών

(περισσότερα…)

Advertisements
Published in: on Αύγουστος 18, 2016 at 16:27  Σχολιάστε  

ραμαζάνι στην Αλεξάνδρεια

(Αλεξάνδρεια) Θυμάμαι τον εαυτό μου πιτσιρίκα να προσεύχεται. Θυμάμαι κάποια χριστούγεννα, θα ’μουν ίσως 7 χρονών, που, πεπεισμένη ότι ο αη-Βασίλης δεν υπάρχει και ότι οι γονείς μου έβαζαν τα δώρα κάτω απ’ το δέντρο, προσπαθούσα να κρατηθώ ξύπνια για να τους πιάσω στα πράσα. Όταν θεώρησα ότι οι ήχοι που άκουγα ήταν εκείνοι που θα αποκάλυπταν την απάτη, εισέβαλα θριαμβευτικά στο σαλόνι κραυγάζοντας ότι τους έπιασα, κι ότι το ήξερα ότι ο αη-Βασίλης δεν υπάρχει. Η ετοιμόλογη μάνα μου απάντησε ότι τα δώρα που έβαζαν ήταν της νονάς και της γιαγιάς μου κι ότι γι’ αυτό που είχα κάνει ο αη-Βασίλης δεν θα μου έφερνε δώρα εκείνη τη χρονιά. Πέρασα κάποιο διάστημα της βραδιάς θερμοπαρακαλώντας μετανοημένη τον αη-Βασίλη να με συγχωρέσει που αμφισβήτησα την ύπαρξή του και να μου φέρει τα πολυπόθητα δώρα, πράγμα που όντως έκανε.

Οι σχέσεις και η εκπαίδευσή μου στη συνέχεια έκοψαν βαθμιαία τους δεσμούς μου με το μεταφυσικό. Εκτός από τη μεταφυσική πεποίθηση, γέννημα των γιάνκικων φιλμ, ότι στο τέλος το καλό νικά (ποιανού το τέλος είναι άλλο ζήτημα), δεν μου έχει μείνει άλλος τρόπος να σχετίζομαι με τον κόσμο από τον ορθολογισμό. Ό,τι αυτός δεν μπορεί να εξηγήσει, και υπάρχουν πράγματα όπου όντως είναι ανεπαρκής, είναι ερωτήματα που φροντίζω να βγάζω απ’ το μυαλό μου. Έχω όμως απόλυτη συναίσθηση ότι ο ορθολογισμός εμφανίζεται κι αυτός ως θρησκεία, με τους αποστόλους του, το δόγμα του, την πεποίθησή του ότι αποτελεί τη μοναδική ερμηνεία του κόσμου που τελικά θα επικρατήσει και την απαξίωσή του για κάθε άλλη ερμηνεία ως ανεπαρκή και πλανεμένη. Ως εκ τούτου παρατηρώ μ’ ενδιαφέρον άλλες ερμηνείες και συνδέσεις με την πραγματικότητα, γνωρίζοντας ότι δεν μου κάνουν, αλλά, πλέον, αναγνωρίζοντας την ισότιμη, και εννοείται υπέρτερη αριθμητικά, συνύπαρξή τους με τον ορθολογισμό.

(περισσότερα…)

παγωτό στην Αβάνα, γράμματα στην Αθήνα και πίτσα στη Νάπολη

– Τελευταίος;

– Εγώ και πριν η κυρία.

Σε μια σχετικά κεντρική πλατεία στην παλιά Αβάνα περιμέναμε το ουάουα (λεωφορείο) για το αεροδρόμιο. Στη στάση, κάτω από τον καυτό κουβανικό ήλιο, είκοσι άτομα, όσοι δηλαδή θα έμπαιναν στο επόμενο λεωφορειάκι. Οι υπόλοιποι και υπόλοιπες ήμασταν διασκορπισμένοι κάτω από τα δέντρα της πλατείας, κουβεντιάζοντας και πίνοντας ένα αναψυκτικό με πάγο και σιρόπι που δεν θυμάμαι πλέον τ’ όνομά του. Καθένας ήξερε τους δύο μπροστά του κι αυτόν που ακολουθούσε κι έτσι δεν χρειαζόταν να είμαστε στημένοι. Πόσος κόσμος ήταν μπροστά στην ουρά; Άγνωστο.

Ο τρόπος αυτός σχηματισμού ουράς ήταν εξαιρετικά διαδεδομένος. Σε άλλα μέρη ωστόσο η ουρά ήταν εμφανής και μου προκαλούσε πολιτισμικό σοκ. Για ένα μπολάκι του περίφημου παγωτού Copelia σχηματίζονταν τεράστιες ουρές για να τραπεζάκια στα διαφορετικά σημεία της πλατείας, κι αφού εξασφάλιζες το τραπεζάκι σου έμπαινες στην ουρά για το παγωτό αυτό καθαυτό.

(περισσότερα…)

πωλητές στην Κούβα

Στο πλαίσιο θεραπείας της αναζήτησης δουλειάς, σήμερα πήγα για πρώτη φορά και δοκιμαστικά να δουλέψω ως πωλήτρια σε μια πόλη κάπου στην Ελλάδα… Το μαγαζί συμπαθητικό και καλοφτιαγμένο, με φυσικά προϊόντα, βοτάνια, λάδια και τέτοια. Καλοί και οι ιδιοκτήτες, καλές και οι εξηγήσεις μας. Αυτές λοιπόν οι αντικειμενικά καλές συνθήκες μού έδωσαν τη δυνατότητα να μπορέσω να επικεντρωθώ στην πώληση αυτή καθαυτή.

Τι σημαίνει λοιπόν πώληση: σημαίνει ότι πρέπει να πείσεις κάποιον να μπει στο μαγαζί (με τρόπο που να μην είναι πολύ εμφανής γιατί η άγρα πελατών απαγορεύεται)· να είσαι ευχάριστος· να τον πείσεις ότι τίποτε στον κόσμο δεν θα ήταν πιο οφέλιμο εκείνη την ώρα από το να αγοράσει εκείνο που του προσφέρεις (γιατί ίσως συμφωνούμε  ότι θα μπορούσε να είναι σε εκατοντάδες άλλα μέρη που κανένα από αυτά να μην του πουλάει κάτι)· και τελικά να συμφωνήσει -ή να πειστεί- να σου δώσει μέρος του χρηματικοποιημένου χρόνου του σε αντάλλαγμα με αυτό που του δίνεις, προϊόν του χρόνου πολλών άλλων και τελικά και του δικού σου.

Έχω κάνει πολλά άκυρα πράγματα ίσως στη ζωή μου. Σήμερα έκανα το πιο άχρηστο!  Για ποιο γαμημένο λόγο υπάρχει αυτή η δουλειά;

Φεύγοντας λοιπόν από το μαγαζί, σκεφτόμουν την Κούβα. Στην Κούβα λοιπόν μέχρι πρότινος όλοι οι εργαζόμενοι ήταν δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτό σημαίνει ότι ο υπάλληλος δεν χρειάζεται να σε πείσει να μπεις στο μαγαζί: αν θες να μπεις μπαίνεις. Δεν χρειάζεται να είναι ευχάριστος: αν θες να αγοράσεις αγοράζεις. Δεν χρειάζεται να σε πείσει να αγοράσεις το προϊόν: αν το χρειάζεσαι το παίρνεις. Ως εκ τούτου καταρρίπτεται αυτή η αντιθετική και συγκρουόμενη σχέση μεταξύ του παραγωγού και του καταναλωτή, του εμπόρου και του καταναλωτή.

Για τους κατοίκους του καπιταλιστικού κόσμου η παραπάνω συμπεριφορά φτάνει να είναι ακόμη και σοκαριστική. Σε ρωτάει τι θες, του λες, σου το δίνει. Δεν θα σου χαμογελάσει. Δεν θα προσπαθήσει να δείξει ότι του είναι ευχάριστη η παρουσία σου. Δεν θα επιδιώξει να δημιουργήσει κανενός είδους ψευδή φιλική σχέση μαζί σου. Δεν θα επιχειρήσει να δείξει κανένα πλασματικό ενδιαφέρον για τον άτομό σου. Για ποιο λόγο να το κάνει; Η σχέση σας κρατά δύο λεπτά, όσο χρειάζεται να ζητήσεις και να σου δώσει το προϊόν, όσο διαρκεί να σου εξηγήσει τη λειτουργία του, όσο παίρνει να σου πει πόσο κάνει.

Μετά το πρώτο σοκ από αυτή τη συμπεριφορά, περπατούσα στους δρόμους της Κούβας και σκεφτόμουν ότι έχουμε ενσωματώσει σε τέτοιο βαθμό την ψευτιά, ώστε να γίνεται δεύτερη φύση μας. Εγώ γιατί άραγε προσπαθώ ως καταναλώτρια να είμαι ευχάριστη όταν πάω να πάρω κάτι. Χαίρομαι που ψωνίζω ή που βλέπω τη φάτσα της πωλήτριας; Τίποτα από τα δύο. Απλά φοράω το χαζοχαρούμενο προσωπείο μιας παρεξηγημένης αντίληψης για την πολιτισμένη συναλλαγή: το ψεύτικο χαμόγελο και από τις δύο πλευρές του ταμείου. Γιατί δεν μπορούμε άραγε να δείχνουμε ότι έχουμε στραβοξυπνήσει (κι απ’ τις δύο πλευρές του ταμείου), ότι βαριόμαστε ή ότι είμαστε σκατά. Ότι είμαστε άνθρωποι και όχι ρομπότ, ρε αδερφέ! Δεν θα πλακωθούμε, αλλά δεν χρειάζεται να βαφτίσουμε ως κάτι άλλο τη διεκπεραιωτική φύση της σχέσης μας! Μια απλή διεκπεραίωση! Σου δίνω, μου δίνεις, τέλος.

το νερό

Λονδίνο, 4 Σεπτ. 2012, αεροδρόμιο Χήθροου, «επιστρέφοντας» στην Ελλάδα (δεν ξέρω πια πού είμαι ξένη)

Άραγε το πρόσωπό μου μοιάζει μ’ αυτά τα λευκά πρόσωπα που περπατούν γύρω μου; Όλους αυτούς που μπορούν να πληρώσουν 170 πέσος, δηλαδή 4 με 5 μεσημεριανά φαγητά για να τους φυλάξουν τα πράγματά τους για μερικές ώρες; Ακόμη χειρότερα: πάνω στο τραπέζι που γράφω ιδρώνει ένα μπουκάλι νερό 750 ml που πλήρωσα 1,80 λίρες στερλίνες ή 2,25 ευρώ ή 37 πέσος (ένα μεσημεριανό φαγητό).

Πριν φύγω για το Μεξικό δεν είχα σκεφτεί ποτέ ότι η πρόσβαση σε πόσιμο νερό είναι μια πολιτική απόφαση και ότι η εξαναγκαστική αγορά εμφιαλωμένου νερού ισοδυναμεί με ιδιωτικοποίησή του.

Στην καφετέρια που πουλά ακριβά νερά που ιδρώνουν στα χέρια και τα τραπέζια παίζει ένα τραγούδι του κουβανικού συγκροτήματος Buena Vista Social Club. Στην Κούβα, μια πάμφτωχη χώρα, παντού μα παντού υπάρχει πόσιμο νερό. Ένα βιβλίο με συνεντεύξεις του Φιντέλ με συντροφεύει στο δρόμο της «επιστροφής». Αν ρωτήσω τον κόσμο γύρω μου τι θα μου πουν για τον Φιντέλ;

Η Λατινική Αμερική βρίσκεται σε συνεχή σύγκρουση για πρόσβαση σε πόσιμο νερό. Όχι μόνο λόγω φτώχιας, αλλά γιατί το νερό δεν μπορεί να έχει τιμή, ούτε η γη, ούτε ο αέρας, ο ήλιος, τα βουνά, οι λόφοι, οι λίμνες, τα ποτάμια, η θάλασσα. Κι εδώ στον ανεπτυγμένο κόσμο; Πόση διαστροφή; Πόσο πιο χαμηλά; Πόσο ακριβά πληρώσαμε αυτά τα πλυντήρια¤ που ξεθώριασαν τη σχέση μας με όσα μας δίνουν αξία;

Κοιτάω το μπουκάλι του νερού που ιδρώνει στο τραπέζι με δάκρυα στα μάτια κι ένα κόμπο στο στομάχι. Εγώ είμαι από το Μεξικό. Πώς να σας μιλήσω για πράγματα απλά μα τόσο πολύπλοκα;

¤ Στο Πόλη του Μεξικού επισκέφτηκα ελάχιστα σπίτια που είχαν πλυντήριο και κανένα από αυτά δεν ήταν αυτόματο. Ακόμη και τα ημιαυτόματα ήταν πανάκριβα. Στο υπόλοιπο Μεξικό δεν είδα πλυντήριο ούτε για δείγμα. Εμείς είχαμε χτιστή σκάφη στην αυλή μας.

Υ.Γ. Το μπλογκ έβαλε τα ρούχα του αλλιώς αλλά δεν άλλαξε… Καλώς σας ξαναβρίσκω!

Published in: on Σεπτεμβρίου 9, 2012 at 22:23  2 Σχόλια  

το πρόβλημα της Ελλάδας άρχισε με τον πρώτο παράνομο μετανάστη: συγκρίσεις με το Μεξικό

Όταν φίλοι εδώ στο Μεξικό με ρωτάνε να τους πω για την Ελλάδα, περιγράφω το πρόβλημα με τον παρακάτω τρόπο και χρησιμοποιώντας παραδείγματα από την εμπειρία του Μεξικού, που πλέον δεν είναι διόλου ξένη με την αντίστοιχη της Ελλάδας. Την προσαρμόζω για ελληνικό κοινό, αλλά στα βασικά χαρακτηριστικά της παραμένει ίδια. Αναμένω συμπληρώσεις και αντιρρήσεις:

Θεωρώ ότι η πορεία της Ελλάδας προς την κόλαση άρχισε όταν ο πρώτος μετανάστης έπιασε δουλειά με διαφορετικές συνθήκες από τους ντόπιους ή την ελίτ των ξένων που ζούσε μέχρι τότε στην Ελλάδα. Όταν στη συνείδηση της ελληνικής οικογένειας έγινε αποδεκτό ότι ένας άνθρωπος μπορεί να δουλέψει χωρίς ασφάλεια και για ένα κομμάτι ψωμί, το μαύρο μονοπάτι είχε ήδη ανοίξει και πολιτικός μηχανικός του ήταν αυτός που ζητάει σήμερα την ψήφο για τη σωτηρία της Ελλάδας: ο Αντώνης Σαμαράς. Οι κυβερνήσεις που ακολούθησαν ολοκλήρωσαν την καταστροφή.

Η κακοπληρωμένη και ανασφάλιστη εργασία για ένα κομμάτι του πληθυσμού της Ελλάδας, η πεποίθηση δηλαδή ότι κάποιοι αξίζει να τρώνε και να επισκέπτονται το γιατρό όταν αρρωσταίνουν ενώ άλλοι όχι, γέννησε αφενός το ρατσισμό προς τους βαλκάνιους γείτονες σε πρώτη φάση κι έπειτα προς τους άραβες που ήρθαν με τους πολέμους (στους οποίους συμμετείχε η Ελλάδα και κατάστρωσαν οι φίλτατοι εταίροι), και αφετέρου την υποβάθμιση της χειρονακτικής εργασίας. Αφού πλέον οι «γηγενείς» μπορούσαν να πληρώνουν ένα κομμάτι ψωμί για το μάζεμα της συγκομιδής (και δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που ο πρώην αγρότης και πλέον εργοδότης καλούσε το αλλοδαπών μετά το πέρας της εργασίας αφήνοντας απλήρωτους τους εργάτες) ονειρεύονταν να περάσουν στον τομέα των υπηρεσιών: να κάθονται οχτώ ώρες σε ένα γραφείο και να πληρώνονται.

Με την ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ και το ελεύθερο εμπόριο (= την απώλεια προστασίας των ελληνικών προϊόντων που πλέον ανταγωνίζονταν προϊόντα χωρών με χαμηλότερα μεροκάματα), καθώς και τη συστηματική πολιτική των ελληνικών κυβερνήσεων για την έξοδο από την ύπαιθρο, όχι μόνο χάθηκε η όποια διατροφική αυτάρκεια υπήρχε μέχρι τότε (βασισμένη στη λογική τρώμε-ό,τι-έχουμε), αλλά χάθηκε και ο έλεγχος προέλευσης της τροφής που άρχισε να κυριαρχείται από καρτέλ και μαφίες (στην Κρήτη, για παράδειγμα, έρχονται λεμόνια από την Αργεντινή, ενώ παραγονται λεμόνια άριστης ποιότητας λίγα χιλιόμετρα πιο πέρα. Εδώ η υποδοχή στο λιμάνι του Πειραιά των αγροτών από την Κρήτη το 2009 που διαμαρτύρονταν, μεταξύ άλλων, για την πτώση της τιμής των προϊόντων τους). Η έξοδος από την ύπαιθρο σήμανε την αποκοπή από την αλυσίδα παραγωγής τροφής και την είσοδο στην αλυσίδα των σουπερμάρκετ. Το φαγητό έφυγε από το δέντρο και πήγε στο ράφι, κι οι «γηγενείς» ευλογούσαν την ευκολία να απλώνουν το χέρι τους και να το παίρνουν, φτηνά και χωρίς κόπο. Έχει διαφορά άραγε αν παράγεται από δέντρο ή από εργαστήριο; Στο εργαστήριο μπορεί να έχει πιο ελκυστικό χρώμα, πιο νόστιμη γεύση, πιο ομοιογενή εμφάνιση και φθηνότερη τιμή…

Η είσοδος της Ελλάδας στην ΕΟΚ, μετέπειτα ΕΕ, μπορεί με ασφάλεια να παρομοιαστεί με την υπογραφή της Συμφωνίας Ελεύθερου Εμπορίου μεταξύ Μεξικού, ΗΠΑ και Καναδά που τέθηκε σε εφαρμογή την 1η Γενάρη 1994, ημερομηνία που γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο επέλεξε ο ζαπατιστικός στρατός για να εξεγερθεί. Η είσοδος του Μεξικού στον πολιτισμένο κόσμο, στις ισχυρές οικονομικές δυνάμεις μόνο φτώχεια επιφύλαξε στους κατοίκους του: μια από τις πιο πλούσιες χώρες στον κόσμο αποδυναμώθηκε εντελώς. Η ανθηρή βιομηχανία της μαράθηκε, καθώς δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τη βιομηχανία των εταίρων της, η γεωργία της το ίδιο, το έδαφός της παραχωρήθηκε για μεταλλευτική εκμετάλλευση σε ξένες εταιρείες, κυρίως καναδικές, το τραπεζικό της σύστημα πουλήθηκε σε ευρωπαϊκές τράπεζες και ιδιωτικοποιήθηκαν σχεδόν τα πάντα με την ίδια στρατηγική συκοφάντησης που χρησιμοποιείται για το δημόσιο τομέα στην Ελλάδα: οι δημόσιες επιχειρήσεις παρουσιάζονταν ως ελλειματικές, με υψηλό επίπεδο διαφθοράς των στελεχών και των υπαλλήλων τους, που πληρώνοταν δυσανάλογους μισθούς για τις υπηρεσίες που προσέφεραν. Η PEMEX, η ακόμη εθνική εταιρεία πετρελαίου, βρίσκεται ακριβώς σ’ αυτό το δρόμο. Τι μπορούσε να περιμένει το Μεξικό από μια συνθήκη οικονομικής συνεργασίας στη βάση του ελεύθερου εμπορίου με κολοσσούς όπως οι ΗΠΑ και ο Καναδάς; Τι μπορούσε να περιμένει η Ελλάδα από μια αντίστοιχη συνθήκη συνεργασίας με κολοσσούς όπως η Γερμανία;

Η είσοδος της Ελλάδα στην ΕΕ είχε το ίδιο συμβολικό βάρος για τη χώρα, όπως η συνθήκη ελεύθερου εμπορίου για το Μεξικό: το Μεξικό έβγαινε από τον τρίτο κόσμο και διάλεγε το δρόμο της ανάπτυξης, όπως η Ελλάδα έβγαινε από τα φτωχά Βαλκάνια, απαρνιόταν τη σύνδεσή της -ιστορική και γεωγραφική, με την ανατολή και στρεφόταν προς την πολιτισμένη και ανεπτυγμένη Δύση. Και όχι μόνο στρεφόταν, αλλά γινόταν μέρος της. Η δεκαετία του 90 και η είσοδος εργατών, των οποίων η ζωή δεν άξιζε τόσο (όταν σε βάζουν να δουλεύεις χωρίς ασφάλεια, στην πραγματικότητα αυτό σου λένε), βοήθησε στην κοινωνική άνοδο των «γηγενών» που από εργάτες έγιναν εργολάβοι ή βγήκαν εντελώς από τις χειρωνακτικές εργασίες. Μόνο που όπως έγινε στο Μεξικό (που δεν χρειαζόταν παράνομους εργάτες να παίξουν το ρόλο του υπανθρώπου καθώς είχε τους ιθεγενείς), τα φτηνά μεροκάματα και οι κακές συνθήκες εργασίας πέρασαν και στους πολίτες, αυτή τη φορά με κριτήριο επαγγέλματος και όχι εθνικότητας ή χρώματος: ανειδίκευτοι εργάτες, σερβιτόροι, ντελιβεράδες, υπάλληλοι στο εμπόριο, στο χώρο του βιβλίου, στην καθαριότητα, ασκούμενοι κάθε ειδικότητας, εργαζόμενοι φοιτητές. Σας θυμίζει κάτι;

Ως ανάπτυξη ορίστηκαν οι επενδύσεις των πολυεθνικών και η αλόγιστη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων από ξένο κεφάλαιο (βλ. στην Ελλάδα τα μεταλλεία χρυσού στο βορρά που αγόρασε πρόσφατα η καναδική Eldorado Gold, το πρόγραμμα Ήλιος για παραγωγή ηλιακής ενέργειας που θα πηγαίνει στη Γερμανία, και παρόμοιες επενδύσεις για παραγωγή αιολικής ενέργειας). Οι μακίλας, τα εργοστάσια ανθρώπινης δουλείας που βρίσκονται στα σύνορα Μεξικού-ΗΠΑ, βασίζονται στη λογική των Ειδικών Οικονομικών Ζωνών (ΕΟΖ) που πρόκειται να εφαρμόσει το ελληνικό κράτος: οάσεις επενδυτικής δραστηριότητας όπου δεν ισχύουν οι νόμοι της χώρας σε θέματα περιβαλλοντικά και εργασίας. Ως ανάπτυξη ορίστηκε η άνοδος των δεικτών της οικονομίας κι όχι η άνοδος του επιπέδου ζωής του πληθυσμού. Αυτή δεν είναι και η ανάπτυξη που αναζητείται στην Ελλάδα;

Όταν ο πρώτος άνθρωπος δούλεψε με χαμηλότερο μεροκάματο και χειρότερες συνθήκες εργασίας το κουτί των δεινών είχε ανοίξει. Εδώ και τρεις δεκαετίες τ’ αυτιά και οι συνειδήσεις προετοιμάζονται για να δεχτούν ότι τα ανθρώπινα δικαιώματα δεν είναι για όλους (η αρχή των προσωπικών δεδομένων, που τόσο μας τη διαφήμισαν, δεν μπορεί να ισχύει για τις εκδιδόμενες γυναίκες για παράδειγμα, στο όνομα της υγείας του συνόλου), η ελευθερία δεν είναι για όλους (για κάποιους τα στρατόπεδα συγκέντρωσης είναι ιδεατά, για τη δική τους προστασία και την προστασία του συνόλου) γιατί απλά κάποιοι είναι υπάνθρωποι. Κι εκτός από υπάνθρωποι, είναι και βρώμικοι, άρρωστοι, τεμπέληδες και εγκληματίες. Τα δύο τελευταία πλέον τα λένε και για τους «γηγενείς» εκτός Ελλάδας.

Η αλληλεγγύη είναι το μόνο μας αντίδοτο απέναντι στη φαυλότητα που μας επιβάλλουν. Πόσο διαφορετικά θα ήταν άραγε τα πράγματα αν τότε θεωρούνταν αυτονόητο ότι κανείς μα κανείς δεν δουλεύει με διαφορετικές συνθήκες… Όσοι/όσες ζούμε εδώ και αγωνιζόμαστε να στήσουμε τη ζωή μας εδώ ΕΙΜΑΣΤΕ ΑΠΟ ΔΩ.

Ευχαριστώ από καρδιάς τους συντρόφους από την κατάληψη Αντιβίωση στα Γιάννενα για τη δράση τους και το παρακάτω βίντεο που μοιράζονται μαζί μας.

εκλογές στην Ελλάδα και εκλογικό ντιμπέιτ στο Μεξικό

Οι εκλογές στο Μεξικό είναι προγραμματισμένες για τον Ιούλιο, αν και δεν είναι λίγοι όσοι μιλούν για πιθανή αναβολή τους λόγω καταστάσεως έκτακτης ανάγκης (που εδώ εκφράζεται με τη δολοφονία-απειλή-εκβιασμό του εκλογικού σώματος από τους εμπόρους ναρκωτικών). Χτες λοιπόν, Κυριακή 6 Μαΐου, αφότου παρακολουθήσαμε τα εκλογικά αποτελέσματα στην Ελλάδα, συνεχίσαμε με το πρώτο από τα δύο ντιμπέιτ των τεσσάρων υποψηφίων προέδρων της δημοκρατίας.

Τα δύο επικρατέστερα κόμματα (PRI και PAN, δεξιό και δεξιότερο αντίστοιχα) παρουσίασαν υποψηφίους στο πρότυπο που μας έχουν συνηθίσει οι ΗΠΑ: μπότοξ και ρητορική ως αποτέλεσμα μακρόχρονης και επίπονης άσκησης με συμβούλους επικοινωνίας. Ο υποψήφιος του PRD (κεντροαριστερά), Αντρές Εμανουέλ Λόπες υ Ομπραδόρ βρισκόταν σε άλλο μήκος κύματος: σα να απαντούσε δυο ερωτήσεις πριν ένα πράμα. Σα να αρνιόταν πεισματικά να μπει στο παιχνίδι. Ο ΑΜΛΟ (όπως τον λένε εδώ), θύμα νοθείας στις εκλογές του 2006, άνθρωπος ακέραιος, όπως λένε, που δεν έχουν καταφέρει να του καταλογίσουν καμία βρωμοδουλειά, ήθελε να μιλήσει για λίγα μόνο πράγματα, ανεξάρτητα από την ερώτηση που του έκαναν: για τη διαφθορά, την άνιση κατανομή του πλούτου, το ξεπούλημα των φυσικών πόρων και των δημόσιων επιχειρήσεων. Και το έλεγε ανεξάρτητα με την ερώτηση που του γινόταν. Η μεγάλη έκπληξη του ντιμπέιτ ήταν ο Γκαμπριέλ Κουάδρι δε λα Τόρρες που με το άσχημο μουστάκι του και χωρίς να έχει πάρει μαθήματα από επικοινωνιολόγους, κέρδισε τις εντυπώσεις: τα σημερινά γκάλοπ τον ανέβασαν 8 ολόκληρες ποσοστιαίες μονάδες: από το 1 στο 9 τοις εκατό! Εκτός από τον ΑΜΛΟ, στους άλλους τρεις κυριαρχούσε μια λέξη και τα παράγωγά της: ανταγωνισμός, ανταγωνιστικότητα, ανταγωνιστικός. Αυτό λείπει από το Μεξικό.

Ωστόσο όλοι σήμερα (την επομένη δηλαδή του ντιμπέιτ) μιλούν για το κουνελάκι του πλέιμποϊ που κρατούσε την κληρωτίδα από την οποία οι υποψήφιοι τράβηξαν τα γράμματα που έδιναν τη σειρά προτεραιότητας. Η μάσκα της σοβαρότητας της διαδικασίας έπεσε και οι θεσμοί της δημοκρατίας, για τους οποίους εδώ κανείς δεν έχει αυταπάτες, ενσαρκώθηκαν στο γυμνόστηθο μπούστο της καλλίγραμμης μοντέλας, πίσω από το οποίο κρύφτηκε η καταστολή και οι δολοφονίες φοιτητών στα βόρεια της χώρας που λάμβαναν χώρα συγχρόνως με το ντιμπέιτ και άλλα πολλά ακόμη.

Στην Ελλάδα από την άλλη πλευρά, η γελοιότητα και η τραγικότητα της διαδικασίας ενσαρκώθηκε σ’ ένα πρόσωπο ασχημότερο. Στη νέα βουλή κάθε εργαζόμενος και κάτοικος της Ελλάδας, Έλληνας και ξένος (κατά τον προσφιλή προεκλογικό διαχωρισμό), θα πληρώνει μέσω των άμεσων και έμμεσων φόρων 21 βουλευτές (έτσι πλέον ονομάζονται οι τραμπούκοι και οι δολοφόνοι) ενός νεοναζιστικού κόμματος, που εξελέγησαν χωρίς να κρύβουν την περιφρόνησή τους προς την εκλογική διαδικασία και τη δημοκρατία που πλέον υπηρετούς και έχει ξεφτιλιστεί όσο δεν παίρνει άλλο. Ένας αισχρός εκλογικός νόμος, υπό τους κανόνες του οποίου όλοι συμφώνησαν να παίξουν, έδωσε 50 έδρες μπόνους στο πρώτο κόμμα που συμμετείχε σε μια πραξικοπηματική κυβέρνηση και ψήφισε όλα όσα δήθεν κατέκρινε. Το ένα πέμπτο του εκλογικού σώματος έμεινε εκτός βουλής. Και ναι, νίκησε η αποχή.

Δεν έχω ψευδαισθήσεις. Δεν έχω ψηφίσει ποτέ. Αλλά σ’ αυτές τις εκλογές θα ψήφιζα, μόνο και μόνο για να μη δω τη φάτσα του Μιχαλολιάκου να μοστράρει για βουλευτής. Θα ψήφιζα για λόγους στρατηγικής και όχι γιατί πιστεύω στη διαδικασία. Κι ελπίζω να το κάνουν κι άλλοι από αυτό το 34 τοις εκατό, που σωστά κατάλαβε τη φάρσα, στις εκλογές που ελπίζω πως έρχονται και θα διορθώσουν τουλάχιστον δυο λάθη: θα τιμωρήσουν την υποκρισία του Καμμένου και θα διώξουν τους νεοναζί, των οποίων οι παχυλοί μισθοί που θα πληρώνουμε όλοι μας, μαζί με την κοινοβουλευτική ασυλία μιας γελοίας βουλής, θα θρέψουν το μίσος και το ρατσισμό τους.

 

διαημισφαιρικά ανέκδοτα

Πάντα μου έκανε εντύπωση όταν βρισκόμουν σε πολυεθνική παρέα και κάποιος αλλοεθνής ξεκινούσε να αφηγείται ένα ανέκδοτο που το ήξερα κι εγώ με ελληνική αφήγηση. Ωστόσο μέχρι τώρα μου είχε συμβεί με χώρες κοντινές (Ιταλία, Βαλκάνια). Πώς ταξιδεύουν όμως τα ανέκδοτα σε διαφορετικά ημισφαίρια;

Ο Μεξικανός συγκάτοικός μου μόλις αποπειράθηκε να μου διηγηθεί εκείνο το ανέκδοτο με τον τύπο που πάει στο γιατρό και του λέει ότι πονάει παντού. Για να μην τα πολυλογώ (γιατί δεν είναι αυτό το θέμα) ο γιατρός ζητάει από τον ασθενεί να του δείξει πού πονάει, και όντως όπου και να πατάει με το δάχτυλο, πονάει. Και για να καταστρέψω τελείως το ανέκδοτο γιατί βαριέμαι να το λέω, τελικά τον πονάει το δάχτυλό του.

Ο ανώνυμος ανεκδοτοποιός βγάζει ένα ανέκδοτο και αυτό μπορεί σε σύντομο χρονικό διάστημα να ταξιδέψει στην Ινδία, ή στο Μεξικό, ή να εισαχθεί από την Ινδία ή το Μεξικό, ποιος ξέρει. Και η ευκολία του ταξιδιού δείχνει ότι παρ’ όλες τις πολιτισμικές ή όποιες διαφορές μάς χωρίζουν, ίσως σε ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη να μοιραζόμαστε μια κοινή αίσθηση του χιούμορ και να μπορούμε να γελάμε με τα ίδια αστεία. Τραβηγμένο; Ποιος ξέρει…

Published in: on Σεπτεμβρίου 26, 2010 at 13:57  2 Σχόλια  

σκανδαλώδες το σήμα καμπάνα

Φωτογραφία που πολύ μ' αρέσει, τραβηγμένη από τον σύν-τροφό μου στο ταξίδι. Ευτυχώς που οι γονείς του εικονιζόμενου παλικαριού το γέννησαν βερβεράκι και αναπαύονταν τα μάτια μας όλο το βράδυ στο πρόσωπο, το μαντήλι και την κελεμπία του. Με λακόστ και τζιν όσο να 'ναι θα 'χανε... Ευχαριστώ Α. για τη φωτο!

Φωτογραφία που πολύ μ’ αρέσει, τραβηγμένη από τον Α., σύν-τροφό μου στο ταξίδι. Ευτυχώς που οι γονείς του εικονιζόμενου παλικαριού το γέννησαν βερβεράκι και αναπαύονταν τα μάτια μας όλο το βράδυ στο πρόσωπο, το μαντήλι και την κελεμπία του. Με λακόστ και τζιν όσο να ‘ναι θα ‘χανε… Ευχαριστώ Α. για τη φωτο!

Όταν μείναμε στην όαση της Σίβας για μερικές μέρες τον Οκτώβρη μαζί με δυο φίλους, ανάμεσα στις σιουανές μας εμπειρίες ήταν και ένα βράδυ  σε μια μικρή κατασκήνωση στην έρημο. Οι εγκαταστάσεις στοιχειώδεις: ένα μακρύ ξύλινο χαμηλό τραπέζι όπου καθόμασταν γύρω του σταυροπόδι, μια τέντα ανοιχτή με στρωματάκια από κάτω για τον ύπνο κι ένα κτίσμα που στέγαζε τουαλέτα (δεν την θυμάμαι, αλλά μάλλον οι λάτρεις της χλωρίνης δεν θα την εκτιμούσαν) και μια κουζίνα (που ο φίλος μου Α. που την επισκέφτηκε την επόμενη μέρα το πρωί είπε πως χάρηκε που δεν την είχε δει πριν φάει το νοστιμότατο βραδινό μας). Πολύ κοντά είχε μια θερμή πηγή που κάναμε μπάνιο το βράδυ (έχει αρκετές τέτοιες στην ευρύτερη περιοχή της όασης).

Σιγά σιγά μας ξέχασαν και άναψε το γλέντι. Με συνοδεία δύο τουμπερλεκιών, φορώντας τις κελεμπίες και τα κεφαλομάντηλά τους, τραγουδούσαν βερβέρικα τραγούδια γύρω από το τραπέζι που φωτιζόταν με κεριά, κάτω από έναν υπέροχο ουρανό που κοίταζε την απέραντη έρημο να φτάνει πέρα από τη Λιβύη. Μάλλον το μέρος ήταν κάτι σα ‘night desert club’ γιατί συνέχισε να έρχεται κόσμος, ντόπιοι, και κάποιοι λίγοι Αιγύπτιοι. Σε κάποια φάση ήρθε κι ο Βεδουΐνος που θα έπινα καφέ μαζί του την επόμενη μέρα και απάγγελνε ποίηση. Από κάθε στροφή επαναλαμβάναμε όλοι μαζί τον τελευταίο στίχο (όχι πως καταλάβαινα τίποτα με τα επαρκή μόνο για συνεννόηση αραβικά μου). Μάλλον μόνο ένας Βέρβερος, που καψουρεύτηκε τη ναξιώτισσα φίλη μου, πρέπει να συνέχισε να μας έχει στο νου του όσο τραγουδούσε, ιδιαίτερα από όταν του είπε πως έχει ωραία φωνή. Μη φανταστείτε κανένα τρελό λαβ στόρυ στην έρημο. Αφότου είχαμε βουτήξει στην ιαματική γούρνα μού είπε στα αραβικά ότι του αρέσει η φιλενάδα μου. Τον ρώτησα αν θέλει να της το πω και μετά θυμήθηκα ότι η μοναδική φράση που ήξερε στα ελληνικά ήταν το ‘είσαι πολύ ωραία’. Αυτό ήταν! Μόλις της το ‘πε, δεν την ξανακοίταξε στα μάτια!

Κι εκεί που πίναμε το τσαγάκι μας κι ακούγαμε τα τραγούδια, ξαφνικά συνέβη: χτύπησε το κινητό! Όχι ρε γαμώτο, πλάκα μάς κάνουν. Είναι δυνατόν μέσα στη μέση της ερήμου να συμβαίνει κάτι τέτοιο; Κι όμως ήταν! Και δεν ήταν το μόνο κινητό που θα χτυπούσε μέχρι το τέλος της βραδιάς.

Τι έχει φέρει το σήμα καμπάνα; Μέρη που είχαν ως κύριο χαρακτηριστικό την απομόνωση, απλά την έχασαν. Μέρη βαρβάτα, όχι αστεία πράγματα. Μιλάμε για έρημο, μιλάμε για όρη (το ίδιο μου συνέβη και στον Ψηλορείτη). Και η σχετική διαφήμιση της Κοσμοτέ είναι απόλυτα ειλικρινής!

Τι συμβαίνει λοιπόν στη διαφήμιση; Ένα ταχύπλοο φέρνει ένα ζευγάρι σε μια ερημική παραλία και φεύγει να τους αφήσει μόνους. Έλα όμως που εκεί βρίσκεται ήδη ένας τύπος και τους φέρνει τα νέα…

– Έχει…

– Τι έχει;

– Έχει σήμα, σήμα καμπάνα!

και σκάει ο τύπος απ’ τον ουρανό, φυτρώνουν δυο τροφαντοί απ’ την άμμο, φτύνουν και τ’ αποδυτήρια άλλους τέσσερις, τρέχουν και πέντε ναυαγοσώστες αλλά τι να πρωτοσώσουν… Κι εκεί που νόμιζες πως είσαι μόνος σου με το γκομενάκι σου, ότι θ’ αράξεις γυμνός στην παραλία και θα βλέπεις τα σχήματα που αλλάζουν τα σύννεφα, ξαφνικά… έχει σήμα… Μα είσαι κι εσύ μαλάκας, καλέ μου! Σε είδα στην αρχή της διαφήμισης που έψαχνες σήμα μόλις πάτησαν τα πόδια σου άμμο! Κι όταν πρόκειται για κατανάλωση, η επιθυμία σου, διαταγή τους. Καλά να πάθεις, λοιπόν!

Υ.Γ. Κι εννοείται πως μπορείς να το κλείσεις το κινητό. Αλλά κάποια μέρη πρέπει να διατηρούν τη φυσική τους απομόνωση. Αν δεν μπορείς ν’ απομονωθείς εντελώς στην έρημο και στην κορυφή του όρους, πού πρέπει να πας όταν θες να γλιτώσεις απ’ το σήμα; Απλά σκανδαλώδες!

το νερό

Διαφορετικοί τόποι αποκτούν διαφορετική αίσθηση για το νερό τους, χωρίς αυτή να έχει κάποια σχέση απαραίτητα με την ποιότητά του…

Σε ένα αγαπημένο μου χωριό στην Κρήτη, οι κάτοικοι περιφρονούσαν το νερό της βρύσης και έπιναν μόνο από την κρήνη τους. Τα κυριακάτικα πρωινά, στο καφενεδάκι κοντά στην κρήνη -έχει κλείσει κάποια χρόνια τώρα- ο καφές συνοδευόταν με νερό της βρύσης. Κι ενώ οι συνδαιτημόνες δεν θα σηκώνονταν εύκολα για ο,τιδήποτε άλλο (κυκλοφορούν κάποια ανέκδοτα για την υποτιθέμενη τεμπελιά των κατοίκων), άδειαζαν τελετουργικά τα ποτήρια τους ο ένας μετά τον άλλο στις γλάστρες και τους κήπους γύρω από το καφενείο και πήγαιναν να γεμίσουν από την κρήνη. Κι αυτό ενώ κυκλοφορούσαν κάποιες φήμες που συνέδεαν περιστατικά τρέλας στο χωριό με το νερό αυτό. Ένα καλοκαίρι έμεινα σ’ ένα κοντινό χωριό. Φυσικά έπινα νερό από τη βρύση, το οποίο ήταν μια χαρά. Όπως θα μάθαινα στη συνέχεια, τα δύο χωριά είχαν το ίδιο δίκτυο υδροδότησης…

Στο Ρέθυμνο υπάρχει μια κρήνη, η Ριμόντι, που υπάρχει τουλάχιστον από τα βενετικά χρόνια (γνωρίζουμε ότι ανακασκευάστηκε από τον ρέκτορα Ριμόντι το 1623). Το νερό της βγαίνει από φύλλα που σχηματίζουν λιονταροκεφαλές. Από τη βρύση αυτή έπιναν για αιώνες νερό οι κάτοικοι της πόλης. Το νερό είναι ελάχιστα γλυφό, αλλά αβλαβές. Σήμερα πίνουν από την κρήνη μόνο οι τουρίστες, που φροντίζουν να βγάλουν και τις σχετικές φωτογραφίες, αλλά κανείς από τους κατοίκους. Το χρησιμοποιούν μόνο για σφουγγάρισμα τα κοντινά μαγαζιά και συχνά ούτε καν αυτά. Λέγεται μάλιστα ότι όποιος πιει νερό από αυτή την κρήνη μένει για πάντα στο Ρέθυμνο…

Στο Κάιρο υπάρχει αυστηρή ταξιδιωτική οδηγία να μην πίνει κανείς από το ντόπιο νερό, που έρχεται από το Νείλο. Αρκετοί οδηγοί συμβουλεύουν μάλιστα και την αποχή από τη βρώση λαχανικών που έχουν πλυθεί με το νερό αυτό. Η γεύση του άλλωστε είναι πραγματικά αποτρεπτική. Όταν έκανα ντους στο Κάιρο, συχνά μύριζε σαν πισίνα, τόσο χλώριο περιείχε ενίοτε. Ωστόσο για τους ντόπιους, όπως και για τους ξένους κατοίκους του Καΐρου, η πόση του νερού είναι δείγμα εντοπιότητας. Οι λόγοι δεν είναι μόνο οικονομικοί. Το μεγάλο μπουκάλι εμφιαλωμένου νερού στοιχίζει 2-2,5 λίρες (8 λίρες=1 ευρώ), ποσό φυσικά σημαντικό για μια οικογένεια. Ωστόσο υπήρχε κάτι με το νερό: ήταν συνδεδεμένο με την πόλη. Και οι ξένοι κάτοικοι με περηφάνια έπιναν από το ποτήρι τους μπροστά στα έκπληκτα μάτια των τουριστών, βροντοφωνάζοντας με κάθε γουλιά δύσγευστου νερού πως δεν είναι περαστικοί. Η αλήθεια είναι ότι μετά από κάποιο διάστημα η απαίσια γεύση δεν γινόταν αντιληπτή. Γιατί φυσικά, ήμουν κι εγώ από αυτούς που έπιναν το νερό του Νείλου (και ναι! το λέω με περηφάνια)! Ξαναθυμήθηκα ότι μάλλον το νερό του Καΐρου είναι απαίσιο, όταν όταν ήρθα στην Αθήνα: ήπια μονορούφι τρία ποτήρια νερό, γιατί ήταν απλά εξαιρετικό!

Στη Σάναα κανείς δεν έπινε από τη βρύση. Όλοι έπαιρναν πεντάκιλα μπεντόνια που αγόραζαν από τα ψιλικατζίδικα της γειτονιάς προς 45 ριάλια (αν θυμάμαι καλά. 300 ριάλια=1 ευρώ), επιστρέφοντας τα άδεια μπετόνια. Το νερό της βρύσης δεν ήταν άσχημο. Έπρεπε βέβαια να περάσει από το ντεπόζιτο στο ισόγειο κάθε σπιτιού και με αντλία να ανεβεί στο ντεπόζιτο της ταράτσας. Το νερό από το μπετόνι είχε γεύση πλαστικού. Το γκατ συνήθως συνοδευόταν από ατομικό εμφιαλωμένο νερό ή κρύο νερό σε θερμός. Κάθε σπίτι είχε ένα θερμός και συχνά τα πιτσιρίκια το έπαιρναν στο ψιλικατζίδικο της γειτονιάς για να το γεμίσουν απευθείας με μπετόνι από το ψυγείο. Οι περισσότεροι δεν έπλεναν το γκατ, αν και γνώριζαν ότι είχε φυτοφάρμακα, καθώς υπήρχε ο μύθος ότι το κατέστρεφε…