παγωτό στην Αβάνα, γράμματα στην Αθήνα και πίτσα στη Νάπολη

– Τελευταίος;

– Εγώ και πριν η κυρία.

Σε μια σχετικά κεντρική πλατεία στην παλιά Αβάνα περιμέναμε το ουάουα (λεωφορείο) για το αεροδρόμιο. Στη στάση, κάτω από τον καυτό κουβανικό ήλιο, είκοσι άτομα, όσοι δηλαδή θα έμπαιναν στο επόμενο λεωφορειάκι. Οι υπόλοιποι και υπόλοιπες ήμασταν διασκορπισμένοι κάτω από τα δέντρα της πλατείας, κουβεντιάζοντας και πίνοντας ένα αναψυκτικό με πάγο και σιρόπι που δεν θυμάμαι πλέον τ’ όνομά του. Καθένας ήξερε τους δύο μπροστά του κι αυτόν που ακολουθούσε κι έτσι δεν χρειαζόταν να είμαστε στημένοι. Πόσος κόσμος ήταν μπροστά στην ουρά; Άγνωστο.

Ο τρόπος αυτός σχηματισμού ουράς ήταν εξαιρετικά διαδεδομένος. Σε άλλα μέρη ωστόσο η ουρά ήταν εμφανής και μου προκαλούσε πολιτισμικό σοκ. Για ένα μπολάκι του περίφημου παγωτού Copelia σχηματίζονταν τεράστιες ουρές για να τραπεζάκια στα διαφορετικά σημεία της πλατείας, κι αφού εξασφάλιζες το τραπεζάκι σου έμπαινες στην ουρά για το παγωτό αυτό καθαυτό.

(περισσότερα…)

Advertisements

Τσικνοπέμπτη στην Αθήνα στον καιρό των ισχνών αγελάδων

Έχω πολλά χρόνια να βρεθώ Τσικνοπέμπτη στην Αθήνα. Θυμάμαι πιο πιτσιρίκα που πηγαίναμε Μοναστηράκι και Πλάκα για… ξύλο! Ο κόσμος φορούσε καμιά περούκα (δεν ήταν πολλοί οι ντυμένοι μασκαράδες), οπλιζόταν το πλαστικό του ρόπαλο (κυκλοφορούσε κι ένας μυθος ότι κάποιοι έβαζαν χαλίκια μέσα), κάποιοι με τον αφρό τους (ή εκείνο τον αφρό που έβγαζε κάτι σαν χρωματιστά νήματα), και πήγαινε κέντρο για εκτόνωση. Γεμάτοι οι δρόμοι, ακόμη και με κρύο.

Σ’ αυτές τις εικόνες είχα μείνει, οπότε όταν μου είπε η μάνα μου να πάμε Ψυρρή για κανένα βρώμικο και να περάσουμε από το Μοναστηράκι, αντέδρασα. Μα είμαστε τώρα για ρόπαλα και ιστορίες; Μπα, τα έκοψαν αυτά: τώρα τρώμε σφαλιάρες απ’ την τρόικα, οπότε ο κόσμος δεν είναι για πολλά πολλά. Αρπάζεται εύκολα…

Κατευθυνόμαστε λοιπόν προς Ψυρρή. Άδεια η Μιαούλη! Μα πότε είχαμε έρθει την τελευταία φορά και ξεχείλιζε ο κόσμος από τα πεζοδρόμια; Πού πήγε ο χοντογκάς που λέγαμε να επισκεφτούμε, που είχε το πόστο του εκεί στη γωνία; Κατευθυνθήκαμε προς Μοναστηράκι: άδειο κι εκεί, με εξαίρεση κάποια λίγα ταβερνεία. Πήγαμε προς Θυσείο: ούτε μισός πλανώδιος εκεί μπροστά στο σταθμό. Πήραμε όλη τη Διονυσίου Αρεοπαγίτου και στρίψαμε προς Πλάκα, στο μνημείο του Λυσικράτους (Φανάρι του Διογένη). Ούτε ψυχή! Όταν είδα και την Αδριανού άδεια, πραγματικά σοκαρίστηκα!

Να ‘ταν που η πρόβλεψη για τον καιρό ήταν βροχές και καταιγίδες; Γι’ αυτό μήπως δεν κατέβηκε ο κόσμος; Ψιλόβρεχε είναι η αλήθεια. Αν μια παρέα ήθελε να πάρει ένα σουβλάκι και την μπύρα της και ν’ αράξει σε καμιά πλατεία, θα δυσκολευόταν. Αλλά δεν ήταν και τόσο χάλια.  Τους πήρε τόσο από κάτω τους κατοίκους των Αθηνών που ούτε Τσικνοπέμπτη δεν βγαίνουν;

Η μοναδική όαση, στο πνεύμα των ημερών, ήταν το πάρτυ στο ελεύθερο αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο Εμπρός όπου βρισκόταν η κοινωνική κουζίνα «Ο άλλος άνθρωπος«. Εκεί μάλιστα! Έγινε γλέντι!

Published in: on Μαρτίου 8, 2013 at 12:04  Comments (1)  

στο νησί της επανάστασης, επανάσταση είναι…

Γνωρίζοντας ότι υπάρχουν αρκετές ελλείψεις στην Κούβα σε πράγματα που δεν μπορεί να φανταστεί κανείς (π.χ. σε αναπτήρες και στυλό), ρώτησα τις κοπελιές που θα με φιλοξενήσουν τη

Οι Ουϊτσόλες (Huicholes), μια από τις εκατοντάδες φυλετικές ομάδες του Μεξικού, δουλεύουν με χάντρες φτιάχνοντας θαυμαστά πράγματα. Πρόσφατα διεξήγαν έναν ηρωικό αγώνα για διάσωση ενός από τους ιερούς λόφους τους, του Ουϊρικούτα (Wirikuta) από καναδικές μεταλλευτικές εταιρείες.

βδομάδα μετά το πέρας της αποστολής εθελοντικής εργασίας που οργανώνει κάθε χρόνο το κουβανικό καθεστώς τι χρειάζονται από τον καπιταλιστικό κόσμο. Μου ζήτησαν ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που φτιάχνουν οι Ουϊτσόλες, και κάποια βιβλία που είχαν αφήσει μετά από ένα διάστημα που είχαν ζήσει στην Πόλη του Μεξικού. «Δεν θέλουμε τίποτ’ άλλο από τον καπιταλιστικό κόσμο. Είμαστε πολύ καλύτερα χωρίς αυτόν».

Κούβα. Τι να σου κάνουν τρεις βδομάδες; Πού να ψαρέψεις αξιόπιστες πληροφορίες σε έναν ωκεανό παραπληροφόρησης, διανοητικής και ουσιαστικής τρομοκρατίας. Από αυτήν δεν λείπουν και ελληνικές παραγωγές, όπως το ακατανόητα μεροληπτικό ντοκιμαντέρ του Κούλογλου για την Κούβα του Ραούλ.

Πώς μπορείς να υπερασπιστείς ιδέες διαφορετικές από τις κυρίαρχες χωρίς να είναι περιθωριοποιημένες; Πώς μπορεί να επιβιώσει μια διαφορετική οικονομία που δεν βασίζεται στην κατανάλωση; Πώς μπορείς να διαφυλάξεις αρχές ηθικής όταν είσαι κράτος; Πώς να παλέψεις μια υπερδύναμη που σε πολεμά από έξω κι από μέσα;

Ανάμεσα στα διάφορα που διάβασα και είδα (λίγα, αλλά είναι μια πρόοδος, καθώς για τις άλλες προσωρινές πατρίδες μου δεν είχα προετοιμαστεί καθόλου) για το μοναδικό κράτος που συνεχίζει να αντιστέκεται ενάντια στην ισχυρότερη δύναμη του πλανήτη είναι και η έννοια της επανάστασης διατυπωμένη από τον Φιντέλ Κάστρο στην ομιλία του την Πρωτομαγιά του 2000:

Επανάσταση

είναι το νόημα της ιστορικής συγκυρίας

είναι η αλλαγή σε καθετί που πρέπει να αλλάξει

είναι η απόλυτη ισότητα και ελευθερία

είναι το να σε μεταχειρίζονται και να μεταχειρίζεσαι τους άλλους ως ανθρώπους

είναι η χειραφέτηση για λογαριασμό μας και με τις δικές μας δυνάμεις

είναι η πρόκληση ισχυρών δυνάμεων, κυρίαρχων μέσα και έξω από το σοσιαλιστικό και εθνικό περιβάλλον

είναι η υπεράσπιση των αξιών μας με κάθε τίμημα

είναι ταπεινότητα, ανιδιοτέλεια, αλτρουϊσμός, αλληλεγγύη και ηρωισμός

είναι αγώνας για τόλμη, ευφυία και ρεαλισμό

είναι να μην ψεύδεσαι ποτέ ούτε να παραβιάζεις τις ηθικές αρχές

είναι η βαθιά πίστη ότι δεν υπάρχει δύναμη στον κόσμο που να μπορεί να καταπνίξει τη δύναμη της αλήθειας και των ιδεών.

Επανάσταση είναι ενότητα, ανεξαρτησία

είναι ο αγώνας για τα όνειρά μας για δικαιοσύνη για την Κούβα και για τον κόσμο, που συνιστούν τη βάση του πατριωτισμού μας, του σοσιαλισμού μας και του διεθνισμού μας.

Αν το αλλοτριωμένο μυαλό μου καταφέρει να καταλάβει κάτι, θα το μοιραστώ μαζί σας.

Τα λέμε σύντομα (μάλλον από Σεπτέμβρη)

Υ.Γ. Παρακαλώ όποιος θέλει να κάνει αξιολογικές κρίσεις για την κουβανική επανάσταση σε αυτήν την ανάρτηση, ας σκεφτεί πρώτα από πού πήρε τις πληροφορίες που αναπαράγει, πώς τις διασταύρωσε και σε ποια γλώσσα. Αν είναι από προσωπική εμπειρία, ας αναρωτηθεί πόσο βαθιά και ουσιαστική ήταν αυτή. Κάποιος που επισκέφτηκε για μια βδομάδα στην Κούβα (με γνώση ή χωρίς γνώση ισπανικών), ελπίζω να μην τρέφει την ψευδαίσθηση ότι κατάλαβε. Προσωπικά φεύγω με ελπίδα, αλλά χωρίς προσδοκίες…

Δεύτερο υστερόγραφο: Αυτές τις ημέρες, με αφορμή την επέτειο της κουβανικής επανάστασης (26 Ιουλίου) η New Star  σε συνεργασία με την κουβανική πρεσβεία οργανώνει στην Αθήνα φεστιβάλ με δυσεύρετες κουβανικές ταινίες. Για όσους ενδιαφέρονται, εδώ είναι το πρόγραμμα. Μέχρι την 1η Αυγούστου.

Published in: on Ιουλίου 27, 2012 at 00:37  Σχολιάστε  

η τέχνη της μπαρούτης στο Μεξικό: το κάψιμο του Ιούδα και άλλα συναφή

Μια διαφορετική παράδοση μπαρούτης που μετέτρεψε ό,τι η Ευρώπη χρησιμοποιήσε για να αφαιρεί ζωές σε πραγματική τέχνη με τη βοήθεια πρακτικών αλλά περίπλοκων μαθηματικών υπολογισμών. Το κάψιμο του Ιούδα, όπως και τα «κάστρα» που καίγονται σε διάφορες χριστιανικές γιορτές στο Μεξικό, είναι εφευρετικότατα και εντυπωσιακότατα.

Ο Ιούδας είναι το κακό, ένας διαβολάκος. Τη Μεγάλη Βδομάδα (που ήταν η περασμένη βδομάδα) πουλάν Ιούδες στους δρόμους της πόλης φτιαγμένους από πεπιεσμένο χαρτί και ζωγραφισμένους στο χέρι. Με το κάψιμό τους καίγεται μαζί και το κακό, το κακό μάτι, η κακή τύχη, ξαλαφρώνεις και συνεχίζεις.

Οι «Los de Siempre» (Οι από πάντοτε), μια ομάδα με ιστορία 35 χρόνων από το χωριό Σάντα Ρόσα Xochiac, αποφάσισαν για δεύτερη χρονιά να κατεβάσουν το έθιμο στην πόλη, μπροστά στο μνημείο σοβιετικής

Ιουδάκι…

αισθητικής μνημείο, όπου αναπαύεται το χέρι του Άλμπαρο Ομπρεγόν, ήρωα της μεξικανικής επανάστασης και μετέπειτα προέδρου του Μεξικού (1920-1924). Στη γειτονιά μου δηλαδή! Ένας Ιούδας τεράστιος, από πεπιεσμένο χαρτί και ξύλινο σκελετό περίμενε το κάψιμό του. Στο πλάι ήταν ένα… Ιουδάκι

Όταν ήρθε η ώρα, ο πολύπλοκος μηχανισμός ενεργοποιήθηκε και μας άφησε άφωνους, όπως θα σας αφήσει κι εσάς!

Αφότου ανατινάχτηκε εντελώς ο Ιούδας και η ομάδα φώναξε την κραυγή της, πλησιάσαμε κάποιους που φορούσαν μπλούζες της ομάδας (ναι, είχαν και τις μπλούζες τους) για να ρωτήσουμε πού βρίσκεται το χωριό. Μετά πολλά ανεβήκαμε στο αγροτικό της οικογένειας και μετά από μισή ώρα περίπου ήμασταν στο χωριό, το οποίο βρίσκεται σε ένα λόφο στα δυτικά με πανοραμική θέα στην πόλη του Μεξικού. Όπως μας είπαν, οι περίπου 15-20 ομάδες του χωριού θα έκαιγαν Ιούδες μέχρι τα μεσάνυχτα! «Φαντάζομαι πως κάποιες φορές γίνονται και ατυχήματα ε;», ρώτησα τη μαμά της οικογένειας στο δρόμο προς το παρκαρισμένο αγροτικό που θα μας οδηγούσε στο χωριό. «Ε ναι, καμιά φορά συμβαίνει». Στην καρότσα θα παρατηρούσα ότι τα χέρια του ενός από τους τρεις γιους της ήταν καμένα.

Ιούδας στο χωριό

Στο χωριό καίγονταν Ιούδες σε διάφορα σημεία, φτιαγμένα από ομάδες που αριθμούσαν από 30 μέχρι 150 άτομα, κάθε ηλικίας. Η κατασκευή έπαιρνε ένα μήνα περίπου και οι μικρότεροι μάθαιναν από τους μεγαλύτερους.

Κάποιος που ερχόταν από την πόλη, ίσως να έκρινε τις συνθήκες ως επικίνδυνες: σε μια αλάνα πάνω από την εκκλησία, με τα καλώδια της αντίστοιχης ΔΕΗ στο ύψος σχεδόν των Ιούδων (μιας και οι κολόνες τους ήταν τοποθετημένες κάτω από τον γκρεμό που ανοιγόταν μπροστά) και δέντρα από πίσω, «ανατιναζόταν» ο ένας Ιούδας μετά τον άλλο. Τα παιδιά δεν ήταν μαζί με τους γονείς τους και φαίνονταν να κυκλοφορούν αρκετά ελεύθερα γύρω από αυτά τα τεράστια παιχνίδια που επρόκειτο να ανατιναχτούν. Ο κόσμος μοιραζόταν δεξιά και αριστερά και κάτω στο δρόμο μπροστά από τον γκρεμό (όλο το χωριό ήταν χτισμένο αμφιθεατρικά). Αλλά όταν το σκεφτείς από την πλευρά του χ

ιουδάκι στο χωριό

ωριού, ότι δηλαδή δεν υπάρχουν πολλά χωριά (υπάρχει κάποιο άραγε;) που να έχουν αποστειρωμένες πλατείες όπως αυτές των πόλεων (ελλείψει ίσως και χώρου και σχεδιασμού) δεν είναι κάτι άξιο εντυπωσιασμού. Και φυσικά μπορείς να προφυλαχτείς από ένα έθιμο που έχεις γνωρίσει από μωρό.

Αυτή η καταπλητική και εντυπωσιακή παράδοση, η ειρηνική τέχνη της μπαρούτης, βρίσκει ίσως την καλύτερή της έκφραση στα «κάστρα». Στα χωριά όπου υπάρχει παράδοση, τα έξοδά τους αναλαμβάνουν συγκεκριμένες οικογένειες που εκτελούν χρέη «τελετάρχη» (mayordomo), οι οποίες επίσης αναλαμβάνουν τον στολισμό της εκκλησίας ή άλλα καθήκοντα, όπως προσφορά φαγητού κλπ., που της δίνουν ιδιαίτερο κύρος στην κοινότητα. Πλέον αρκετές πόλεις κάνουν διαγωνισμούς που διοργανώνουν οι δήμοι. Η ποικιλία και η εφευρετικότητα των κάστρων είναι ανυπολόγιστη. Ακολουθούν σύντομα βίντεο, αλλά συνήθως μια πλήρης καύση διαρκεί γύρω στα 10 λεπτά (όσοι ενδιαφέρονται να… εμβαθύνουν, ας ρίξουν μια ματιά εδώ).

Τα πιο παραδοσιακά μάλλον έχουν την παρακάτω μορφή, και καίγονται κομμάτι κομμάτι (δυστυχώς το βίντεο έχει μόνο αρχικό μέρος):

Και μετά… περνάμε σε πραγματικά έργα τέχνης…

… την τέχνη της μπαρούτης!

Καλή ανάσταση!

(η μοναδική χριστιανική ευχή που μ’ αρέσει)

Published in: on Απρίλιος 12, 2012 at 01:03  3 Σχόλια  

η «ημέρα των νεκρών» στο Σαν Χουάν Τσαμούλα

πιτσιρίκια που μου τραγούδησαν προχτές το βράδυ στο κέντρο του Σαν Κριστόμπαλ. Χτες το βράδυ πέρασαν και από τη γειτονιά μου, αλλά, προς μεγάλη μου απογοήτευση, δεν χτύπησαν την πόρτα μου…

Τι καταπληκτική γιορτή! Τι καταπληκτική ιδέα! Μια γιορτή για τη ζωή, τιμώντας το θάνατο και τους αγαπημένους νεκρούς.

Η γιορτή διαρκεί τρεις ημέρες. Τις νύχτες στην πόλη του Σαν Κριστόμπαλ, μεγάλοι και μικροί ντύνονται νεκροί, διαβολάκια ή μάγοι. Τα πιτσιρίκια γυρνούν στους δρόμους τραγουδώντας ένα τραγουδάκι «είμαστε αγγελάκια που κατεβήκαμε στη γη» και συγκεντρώνουν γλυκά (αλλά και χρήματα) στα καλαθάκια τους.

Σήμερα το πρωί λοιπόν, 2 Νοεμβρίου, ανήμερα της γιορτής, ξεκίνησα για ένα χωριό ιθαγενών μάγιας, της φυλής των τσοτσίλ, το Σαν Χουάν Τσαμπούλα (βλ. και Τελετουργίες σ’ ένα χωριό ιθαγενών της Τσιάπας, καθώς πρόκειται για το ίδιο χωριό ). Το χωριό βρίσκεται στα 2.200 μ. και είναι αυτόνομη περιοχή. Οι κάτοικοί του διατηρούν πανάρχαια έθιμα και μαζί με τους χριστιανούς αγίους λατρεύουν και τον ήλιο, που δίνει δικαιοσύνη και κατανοεί άντρες και γυναίκες. Η πολιτική ζωή είναι στενά συνδεδεμένη με τη θρησκευτική: οι πολιτικοί αρχηγοί έχουν και πνευματικές αρμοδιότητες, οι εκλογές συνδέονται με γιορτές αγίων, οι ιθύνοντες σημειώνονται σε ιερά βιβλία και συγκεντρώνονται σε ιερούς χώρους. Ιερές πηγές, ιερά βουνά, ιερά δάση περιστοιχίζουν το χωριό.

το χωριό του Σαν Χουάν Τσαμούλα, που σύμφωνα με την παράδοση χτίστηκε στη θέση λίμνης που αποξήρανε ο Αγ. Ιωάννης. Στη μέση διακρίνεται η εκκλησία του.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο Άγιος Ιωάννης (Σαν Χουάν) μαζί με άλλους αγίους (τους Λορέντζο, Πέτρο, Αντρέα, Παύλο, Μιχαήλ, Σεβαστιανό και Αικατερίνη) εγκατέλειψαν τον αφιλόξενο τόπο τους στα βουνά όπου δεν μπορούσαν να επιβιώσουν και έπειτα από μακρά αναζήτηση έφτασαν σε μια λίμνη, όπου τα ζώα τους σταμάτησαν να ξεδιψάσουν. Μόλις ο Αγ. Ιωάννης ανακοίνωσε στην εκλεκτή ομήγυρη ότι είχαν φτάσει στον προορισμό τους, κατέφτασε ο ιδιοκτήτης της περιοχής. Ο Αγ. Ιωάννης τού ζήτησε την άδεια να χτίσει το σπίτι του στη μέση της λίμνης. Στις αντιρρήσεις του ιδιοκτήτη («πώς θα το κάνεις;» και «εγώ πού θα μείνω») του απάντησε ότι θα μπορούσε να αποξηράνει τη λίμνη και να μείνουν και οι δυο. Και συμφώνησαν. Ο Αγ. Ιωάννης κράτησε το λόγο του και αποξήρανε τη λίμνη, αφήνοντας τρεις πηγές για τις διαφορετικές συνοικίες του σημερινού χωριού, που έχει χτιστεί ακριβώς σ’ αυτό το μέρος.

Το νεκροταφείο του χωριού βρίσκεται στα ερείπια της εκκλησίας του Αγ.

Τα ερείπια της εκκλησίας του Αγ. Σεβαστιανού και το νεκροταφείο ανήμερα της Ημέρας των Νεκρών

Σεβαστιανού, καθώς, αφότου έφτασαν οι άγιοι στην περιοχή, αποφάσισαν να ζήσουν χώρια. Ένας σεισμός σχεδόν κατάστρεψε την εκκλησία του και οι κάτοικοι, για να μην τραυματιστεί ο Αγ. Σεβαστιανός, τον μετέφεραν στην εκκλησία του Αγ. Ιωάννη (όπου έμενε αρχικά καθώς ήταν νεαρός για να μείνει μόνος του). Πολλές φορές προσπάθησε να επιστρέψει στην εκκλησία του και οι κάτοικοι τον γύριζαν στην εκκλησία του Αγ. Ιωάννη. Κι αφού συνειδητοποίησε ότι υπήρχαν πολλοί πιστοί εκεί, αποφάσισε τελικά να μείνει. Στα ερείπια της εκκλησίας του Αγ. Σεβαστιανού, χτίστηκε στη συνέχεια το νεκροταφείο, όπου βρέθηκα σήμερα το πρωί.

τραγούδια κατά παραγγελία για το νεκρό

Για τους ιθαγενείς ο θάνατος είναι απλά μια μετάβαση σ’ ένα άλλο επίπεδο. Μου έλεγε ο αργεντίνος συγκάτοικός μου ότι στο Περού (θα τον ρωτήσω κι αν είναι λάθος θα το διορθώσω) ότι οι νεκροί συμμετέχουν στις παραδοσιακές συνελεύσεις, και οι ζωντανοί σωπαίνουν για να τους ακούσουν.

Την Ημέρα των Νεκρών κατεβαίνουν από το μέρος όπου ξεκουράζονται επιστρέφοντας στις οικογένειές τους. Πριν την ισπανική κατάκτηση, αυτή η μέρα γιορταζόταν το καλοκαίρι. Οι Ισπανοί προσπαθώντας να την εξαλείψουν, την μετέφεραν στη γιορτή των Αγίων Πάντων. Η ημερομηνία άλλαξε, αλλά τα

προσφορές για το νεκρό

τελετουργικά παρέμειναν. Πικ νικ στήνονται στα νεκροταφεία και ορχήστρες παίζουν  αγαπημένα κομμάτια του νεκρούπάνω από τους τάφους. Στα σπίτια στήνονται μικροί βωμοί προς τιμήν των νεκρών, ιδιαίτερα αυτών που δεν έχουν κλείσει χρόνο, μαγειρεύονται τα αγαπημένα τους φαγητά και καλούνται τα αγαπημένα τους πρόσωπα.

Στο Σαν Χουάν κανείς δεν έκλαιγε, καθώς είναι μια μέρα που γιορτάζεται η ζωή. Καθώς ο θάνατος δεν είναι το τέλος.

Και για μια ακόμη φορά ένιωσα πόσο φτωχός είναι ο πολιτισμός μας…

Βρήκα κι εγώ έναν τάφο απόμενο κι έρημο, να κάνω προσφορά στους δικούς μου νεκρούς. Ένα αγοράκι (κανένας τάφος δεν έγραφε ηλικία) που πέθανε το 1999. Μόνο που εγώ δεν μπορούσα να το δω γιορτινά…

μια βόλτα στη Ζυρίχη

Οικογενειακές υποχρεώσεις με έφεραν για λίγο στη Δύση και μία πτήση με ανταπόκριση με βόλταρε για δυο ώρες στη Ζυρίχη. Το αεροδρόμιο είναι γύρω στα 10 λεπτά από την πόλη (2-3 στάσεις του μετρό) και με την κάρτα επιβίβασης και το διαβατήριο ανά χείρας η έξοδος είναι εύκολη.  Όπως γνωρίζετε η Ελβετία δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Λίγη ώρα πριν ταξιδέψουμε για Ζυρίχη και ενώ επικρατούσε γύρω μου ο πυρετός της αναχώρησης είπα να διαβάσω μερικά πραγματάκια για τη χώρα (πολύ ωραίο άρθρο) και την πόλη. Αφού διάβασα λοιπόν για το εξαιρετικά ενδιαφέρον σύστημα διακυβέρνησης της Ελβετίας -για το οποίο μάλλον τίποτα δεν ήξερα- με τα 26 καντόνια με δικό τους σύνταγμα, βουλή, κυβέρνηση και δικαστήρια το καθένα, που χωρίζονται με τη σειρά τους σε 2942 communes (κομμούνες;;;) με επίσης σημαντική αυτονομία, για την αγάπη των Ελβετών για τα δημοψηφίσματα και τη συλλογή υπογραφών (με 50 χιλ. κάποιος νόμος μπορεί να τεθεί σε δημοψήφισμα, ενώ με 100 χιλ. τίθενται υπό αμφισβήτηση και άρθρα του συντάγματος), άρχισα να διαβάζω για την πόλη. Δεν είχα άλλωστε πολύ χρόνο.

Η Ζυρίχη λοιπόν, η μεγαλύτερη πόλη της Ελβετίας έχει 370 χιλ. κατοίκους (όλη η χώρα έχει 7,8 εκατ. εκ των οποίων 1,5 εκατ. είναι ξένοι υπήκοοι) και βρίσκεται εκατέρωθεν του ποταμού Limmat. Έχει μια ελκυστική παλιά πόλη, με πολλά σπίτια της εποχής του μπαρόκ.

Και γνωρίζοντας αυτά και διάφορα άλλα κατεβήκαμε από στον κεντρικό σταθμό του μετρό της πόλη (= μετρό για τους 370 χιλ. κατοίκους της πόλης και όσους πηγαινοέρχονται σε αυτήν!), στην άκρη ενός δρόμου που διαφημίζεται ως «ο πιο όμορφος εμπορικός δρόμος της Ευρώπης» (όσο μπορεί να είναι όμορφος ένας δρόμος γεμάτος μαγαζιά) και μια γέφυρα απόσταση από την παλιά πόλη.

Έριχνε ένα ψιλόβροχο, που μάλλον είναι ο καιρός που δένει καλύτερα με αυτές τις πόλεις. Περιφερόμασταν στα πλακόστρωτα στενά δρομάκια προσπαθώντας να πιάσουμε τη μυρωδιά της, έστω και στις δυο ώρες που θα ήμασταν εκεί. Καφενεδάκια με κόσμο που καθόταν έξω, μικρές πλατείες, ψηλά καμπαναριά, η βιβλιοθήκη και κάποια θέατρα. Από την αρχή όμως είχα αρχίσει να γκρινιάζω. Μας δούλεψαν! Πού ήταν τα παλιά σπίτια οέο; Για να μιλάμε για εποχή μπαρόκ θα έπρεπε τα σπίτια να είναι 150-200 ετών. Δεν λέω, θα τα έλεγες ‘παλαιϊκά’. Παλιά όμως σε καμία περίπτωση. Μήπως δεν ήταν εδώ η παλιά πόλη; Μα ο χάρτης που πήραμε από το αεροδρόμιο έδειχνε ότι ήμασταν στην καρδιά της.

Σε κάποια φάση στρίψαμε σε ένα στενάκι. Τα σπίτια είχαν χρονολογίες στα υπέρθυρα. Κοιταχτήκαμε έκπληκτοι! Αν πιστεύαμε τις αναγραφόμενες χρονολογίες, σ’ αυτό το σοκάκι δεν υπήρχε κτίσμα ‘νεαρότερο’ των 300 ετών! Κάποια έφταναν και τα 400! Τέλεια συντηρημένα! Πρόσφατες οικοδομές κάποιου συντηρητικού και ηλικιωμένου αρχιτέκτονα που πήρε το πτυχίο του λίγο πριν τη δεκαετία του ’40. Ο συνεργάτης του πάντως των κουφωμάτων ήταν σίγουρα της αγοράς, καθώς τα περισσότερα είχαν κουφώματα αλουμινίου που έδειχναν καινούρια. Συνεχίσαμε την περιήγηση και σε άλλα στενάκια. Κάποια έγραφαν δύο χρονολογίες, με την πιο πρόσφατη να αντιπροσωπεύει ίσως το χρόνο ανακαίνισης ή αλλαγής ιδιοκτησίας. Αυτή η πρόσφατη μπορεί να ήταν του 1800φεύγα. Απίστευτο!!

Κατηφορίζοντας για να ξαναβρούμε έναν δρόμο λίγο πιο κεντρικό που απλωνόταν παράλληλα με τον παρόχθιο, είδαμε μια γυναίκα να βγαίνει με ένα αγγλικό μπουλντόγκ (αυτά τα ασχημούτσικα μικρόσωμα μπουλντόγκ). Ο τρόπος να μάθουμε τι συνέβαινε είχε εμφανιστεί. Άρχισα λοιπόν τη γνωριμία μου με το σκυλάκι και χαιρετήσαμε τη γυναίκα. Ενώ ήμουν έτοιμη να τη ρωτήσω με πρόλαβε ρωτώντας τη γλώσσα που μιλούσαμε. ‘Ελληνικά’. Χαμογέλασε και έβγαλε από την τσάντα της ένα άσπρο μπλε βιβλίο εκμάθησης ελληνικών. Πολύ της άρεσαν. Της άρεσε και η Σίφνος. Στο δικό μου το βιολί εγώ, υποψιαζόμενη ότι μάλλον δεν υπήρχε κάποιος κεντρικός φορέας που να χρηματοδοτεί τις επισκευές, ρώτησα με ποιο καθεστώς γίνονται. Μου είπε ότι εκείνη απλά νοίκιαζε το γραφείο της σε αυτό το κτίριο που ήταν χτισμένο το 1750κάτι, αλλά φαινόταν μάλλον να παραξενεύεται με την ερώτησή μου. Υπεύθυνος ήταν ο ιδιοκτήτης, φυσικά…

Το κονάκι του Ζεκεριά Μπέη (Ηράκλειο, 2007)

Στο Ηράκλειο πριν μερικά χρόνια είχα την τύχη να γνωρίσω τον κάτοχο ενός οθωμανικού αρχοντικού. Το κονάκι του Ζεκεριά Μπέη είχε χτιστεί κάποια στιγμή στο δέκατο ένατο αιώνα και ο σημερινός του ιδιοκτήτης, Παναγιώτης Καλογεράκης, έχει πάθος με το σπίτι. Μα τι να κάνει που από τη μια το φτιάχνει και από την άλλη γκρεμίζεται. Μοιάζει με χαλασμένη ηλεκτρική σκούπα που τρώει λεφτά μα αφήνει τη σκόνη. Αυτή για μένα ήταν η ιδανική κατάσταση των παλιών σπιτιών. Το παλιό αν δεν πέφτει σε μερικά σημεία, πώς θα καταλάβεις ότι είναι παλιό. Αν δεν έχεις τους περιορισμούς της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας που σε υποχρεώνουν να συντηρείς ένα μη βιώσιμο σπίτι πώς θα το καταλάβεις ότι είναι διατηρητέο; Και μετά πήγα στη Ζυρίχη…

Υ.Γ. Για να είμαι ειλικρινής μου φαίνεται τόσο απίστευτο που ακόμη πιστεύω ότι δεν διατύπωσα καλά την ερώτηση. Σκέφτομαι ότι θα μπορούσα να είχα ρωτήσει περισσότερους. Παρακαλώ όποιον πάει Ζυρίχη, να μάθει τι συμβαίνει και να με ενημερώσει. Δεν γίνεται. Κάτι βρώμικο πρέπει να παίζει πίσω από απ’ αυτούς τους καλοβαμμένους τοίχους. Έτσι δεν είναι;

Published in: on Μαΐου 25, 2010 at 18:06  2 Σχόλια  

διπλανές ξαπλώστρες μ’ έναν Βεδουΐνο του Σινά

Έπεφτε το πέμπτο αστέρι στον ουρανό. Απέναντι τα φώτα από μια πόλη της Σαουδικής Αραβίας. Κι εμείς αραγμένοι σε μια υπέροχη παραλία γύρω στα 30 χιλιόμετρα από τα σύνορα με το Ισραήλ. Η περιοχή ανήκει στη φυλή Ταραμπίν κι ο Μ. ήταν δίπλα μου, ψιλόλιγνος, με μακρόστενο πρόσωπο και αραβική μύτη. Μου θύμιζε πρόσωπα της Υεμένης. Μα από εκεί μάλλον ήρθε η φυλή του, θα μου έλεγε, η οποία έχει σήμερα μέλη της στην Ιορδανία και το Ισραήλ. Φοράει σκούρα κελεμπία, μωβ μαντήλι στο κεφάλι και γυαλιά ηλίου την ημέρα.

Η χερσόνησος του Σινά έχει πάνω από 25 φυλές με χιλιάδες μέλη. Κάθε φυλή έχει τον επικεφαλής της, τον σεΐχη της, ο οποίος στη φυλή Ταραμπίν μπορεί να εκλεγεί έπειτα από πρόταση 60 μελών. Λειτουργεί ως εκπρόσωπός της και σε αυτόν θα απευθυνθεί η κυβέρνηση για όποια προβλήματα στην περιοχή ή με μέλη της φυλής. Η ιδιότητα είναι ισόβια, αλλά μπορεί να καθαιρεθεί σε περίπτωση ανεπάρκειας. Παίρνει κάποια λίγα χρήματα από την κυβέρνηση. Μπορεί να τιμωρήσει μέλη; Όχι, για αυτή τη δουλειά έχουν δύο άλλα μέλη στα οποία απευθύνονται, οι οποίοι έχουν τον τίτλο του γκάδη (καδής=δικαστής). Αυτοί δεν έχουν κάποιες ιδιαίτερες σπουδές. Είναι ταλέντο, δώρο από το θεό.

Η φυλή έχει συνελεύσεις, ξεχωριστές ανδρών, ξεχωριστές γυναικών. Έχουν και οι γυναίκες κάτι αντίστοιχο του σεΐχη. Οι Βεδουΐνες καλύπτονται, είτε περνώντας το μαντήλι που φορούν στο κεφάλι μπροστά από τη μύτη και το στόμα, είτε με μπούργκα. Η μητέρα του Μ. ήρθε με μια φούξια μπούργκα την επόμενη μέρα και χρωματιστά ρούχα. Το δέρμα της φαινόταν πιο ανοιχτόχρωμο κάτω από τη μπούργκα.

Ήταν καλά για τους Βεδουΐνους την περίοδο που το Ισραήλ κατείχε το Σινά (1967-1979). Μετά την αποχώρηση των ισραηλινών στρατευμάτων, η Αίγυπτος πολέμησε τους Βεδουΐνους. Τη βομβιστική επίθεση στο Ρας αλ-Σεϊτάν το 2004 ακολούθησε μια επιχείρηση σκούπα που μάζεψε εκατοντάδες Βεδουΐνους ως υπόπτους. Στη συνέχεια, ωστόσο, η κυβέρνηση ζήτησε τη βοήθεια των Βεδουΐνων που υπέδειξαν τους ενόχους –δύο Παλαιστίνιους- εξομαλύντας έκτοτε λίγο τις σχέσεις των δύο μερών. Ωστόσο, οι Βεδουΐνοι του Σινά δεν έχουν υποχρεωτική στρατιωτικη θητεία όπως οι υπόλοιποι Αιγύπτιοι (ένα χρόνο για τους αποφοίτους πανεπιστημίου, δύο για τους αποφοίτους γυμνασίου, τρία για αποφοίτους δημοτικού και αξιωματικούς). Έπεσε άλλο ένα αστέρι∙ το είδες;

Τα μέλη της φυλής παντρεύονται πλέον μετά τα 20. Η μέλλουσα σύζυγος συνήθως ανήκει στον κύκλο της αδερφής ή τη γνωρίζει η μητέρα, καθώς οι άντρες δεν μπορούν να δουν τις γυναίκες. Μπορεί να κανονιστεί μια φορά να συναντηθούν χωρίς μαντήλα, πάντα παρουσία θηλυκών μελών των οικογενειών, αλλά, βέβαια, πλέον μπορούν να μιλούν στο τηλέφωνο. Την ημέρα του γάμου αυτοκίνητα έρχονται να πάρουν το γαμπρό και τη νύφη, οι οποίοι επιβιβάζονται στο ίδιο αμάξι. Το γλέντι στήνεται σε σκηνή, ή τουλάχιστον αυτό είναι το καλύτερο. Ο γαμπρός και η νύφη κάνουν το γύρο τους για να χαιρετήσουν. Στη συνέχεια φεύγουν και το γλέντι συνεχίζεται χωρίς αυτούς. Ένα παραπέτασμα χωρίζει τους άντρες από τις γυναίκες, και τα δύο μέρη ανταλλάσσουν τραγούδια. Ένα μικρό παραθυράκι δίνει στις γυναίκες τη δυνατότητα οπτικής επαφής με το χώρο των ανδρών. Το αντίθετο δεν γίνεται. Να ‘ναι η Μικρή ΄Άρκτος αυτή εκεί;

Τα αραβικά των Βεδουΐνων μοιάζουν περισσότερο στην προφορά με της Υεμένης. Έχουν φυσικά και λέξεις από τη βεδουΐνική γλώσσα. Ο Μ. μιλάει και καλά αγγλικά, καθώς από μικρός έπαιρνε ξένους στην έρημο και στα βουνά με καμήλες. Και τα εβραϊκά του είναι πολύ καλά. Η περιοχή συγκεντρώνει πολλούς Ισραηλινούς και οι ντόπιοι είναι πολύ φιλικοί μαζί τους. Στην υπόλοιπη Αίγυπτο πρέπει ν’ αλλάξεις το όνομά σου και να δηλώνεις κάποια άλλη χώρα ως τόπο προέλευσης, αν δεν θες να σου γυρίζει ο κόσμος την πλάτη κατευθείαν. Το Σινά έχει ειδικό καθεστώς, όχι μόνο για τους Ισραηλινούς, αλλά και για όλους τους ξένους: αν προσγειωθείς στα δύο αεροδρόμια του Σινά ή περάσεις οδικώς από το Ισραήλ δεν χρειάζεσαι βίζα αν παραμείνεις στη χερσόνησο (η οποία στοιχίζει 15 δολάρια). Όταν πήγαμε ήταν το τέλος της γιορτής του Σουκότ (σούκα=καλύβα), στην οποία οι Εβραίοι, για να θυμούνται τα 40 χρόνια που πέρασαν στην έρημο της Αιγύπτου, μένουν για μία βδομάδα κάτω από τέντες που στήνουν στην πίσω πλευρά των σπιτιών τους. Οι μπαμπουκαλύβες της παραλίας μας ήταν ιδανικές. Εκτός από εμάς, οι υπόλοιποι (καμιά 12αριά) ένοικοι ήταν Ισραηλινοί.

Τι υπέροχο μέρος… Νωρίτερα, το απόγευμα, ξαφνικά τα σύννεφα κοκκίνησαν και το χρώμα αντανάκλασε στη θάλασσα. Ερυθρά Θάλασσα άρχισαν να ψιθυρίζουν. Δεν έτυχε να ξαναδώ το φαινόμενο, παρόλο που είχα μείνει και πέρσυ το Δεκέμβρη στην περιοχή. Από αυτό έχει πάρει το όνομά της η θάλασσα… Απίστευτο φως. Αν ήταν σε ταινία, θα έλεγα ότι ο σκηνοθέτης το παράκανε στη φωτογραφία…

Το μέτρημα των αστεριών μάλλον γεννήθηκε σε μέρη με συννεφιά ή φωτορύπανση. Με τον Μ., Βεδουΐνο της φυλής των Ταραμπίν, κανείς μας δεν σκέφτηκε να τα μετρήσει. Δεν μετρήσαμε ούτε αυτά που είδαμε να πέφτουν. Άλλο ένα∙ το είδες;

Αποχαιρετώ για λίγο τον αραβικό κόσμο. Λίγο με τρομοκρατεί η ‘επιστροφή’, λίγο με αναπαύει. Για λίγο θα είναι ούτως ή άλλως, ή τουλάχιστον έτσι λέω. Το μπλογκ όμως θα συνεχίσει να μπογκάρει από αυτή την πλευρά του πλανήτη, μέχρι να ‘επιστρέψω’. Μείνετε συνδεδεμένοι.

Υ.Γ. Η θάλασσα στην παραλία μας ήταν αρκετά αβαθής και αυτό οφειλόταν στην άνοδο της στάθμης της που τρώει σιγά σιγά την παραλία. Την πρώτη μέρα άπλωσα το παρεό μου στο μέρος που φωτοσύνθετα τον περασμένο Δεκέμβρη και το κύμα ήρθε και με κάλυψε.  Οι πάγοι λιώνουν και η κλιματική αλλαγή εμφανής παντού…

Published in: on Οκτώβριος 24, 2009 at 14:21  5 Σχόλια  

καφές στην όαση της Σίβας

(για τις λεζάντες ακουμπήστε τον κέρσορα πάνω στις φωτογραφίες)

Πίνω καφεδάκι ‘σπέσιαλ’, λέει, στην πλατεία της αγοράς (μιντάν αλ-σουκ). Τούρκικος με σοκολάτα και κανέλα. Τον φτιάχνει ο Μ. που εγκατέλειψε τη δικηγορική και την ‘έκφυλη’ Αλεξάνδρεια για ν’ ανοίξει ένα διαφορετικό καφενείο στη Σίβα με την επιγραφή ‘η ζωή είναι πολύ μικρή για κακό καφέ’. Έχει ήδη νοικιάσει ένα μαγαζί για να το μετατρέψει σε ίντερνετ καφέ. Ο κόσμος που έρχεται εδώ θέλει να ξεφύγει από την τεχνολογία, αλλά τις χρειάζεται τις υπηρεσίες, θα μου έλεγε με τα άψογα αγγλικά του. Την προηγούμενη μέρα είχα πιει το καφεδάκι μου στο απέναντι καφενείο, χαζεύοντας την ο καφές που διαπραγματευόμουν με το παππούδι με φόντο ένα μεταφορικό και την κεντρική πλατεία‘κίνηση’. Το παππούδι ήθελε να μου χρεώσει τον καφέ 3 λίρες και το παζάρευα να δώσω 2. Ο Μ. μού χρέωσε τον σπέσιαλ καφέ λίγο πάνω από το διπλάσιο και δεν το συζητήσαμε καθόλου. Η Σίβα αλλάζει…

Τριάντα χιλιάδες ψυχές μένουν σ’ αυτή την όμορφη γωνιά του πλανήτη, που για αιώνες έμεινε απομονωμένη. Ο νέος δρόμος που θα τη συνδέει απευθείας με το Κάιρο, θα της δημιουργήσει σοβαρή κρίση (ο σημερινός δρόμος περνάει από Αλεξάνδρεια και Μάρσα Ματρούχ)…

Οι Σιουανοί είναι Βέρβεροι και τα Σίουϊ δεν έχουν καμία σχέση με τα στον Lonely Planet λέει ότι δεν υπάρχει τράπεζα στη Σίβααραβικά. Τις περισσότερες φορές διαχωρίζουν τους εαυτούς τους από τους Αιγύπτιους. Φαίνεται πως οι επιχειρήσεις δεν είναι το φόρτε τους, και ότι ασχολούνται περισσότερο με την καλλιέργεια ελιών και χουρμάδων. Το διπλανό μαγαζί, ένα ‘βεδουϊνικό ταβερνείο’, που μπαίνεις ξιπόλυτος για να καθίσεις στα χαλιά και στα χαμηλά τραπεζάκια, το έχει ανοίξει επίσης Αιγύπτιος (νομίζω αυτός είναι από το Κάιρο) και το παραδίπλα το έχει ένας βεδουΐνος από τη Μάρσα Ματρούχ (ένα θέρετρο, πλέον, στη Μεσόγειο, με 150 χιλιάδες κατοίκους), ο οποίος ήρθε να πιει μαζί του τον καφέ του. Το προηγούμενο βράδυ τραγουδούσε και απάγγελλε ποίηση σ’ ένα κάμπινγκ στην έρημο, όπου κοιμηθήκαμε.

το φρούριο Shali προστάτευε τους κατοίκους της Σίβας μέχρι το 13ο αιώνα που το κατέστρεψε μια βροχήΠίνω τις γουλιές μου αργά. Δεν περνούν γυναίκες στο δρόμο. Μου είπαν ότι οι ανύπαντρες κυκλοφορούν μόνο με μαντήλα, αλλά δεν έχω δει καμία. Οι ελάχιστες που είδα είχαν στην πλειονότητα μπούργκες παλιού τύπου, οι οποίες είναι αρκετά μακριές (μπούργκα είναι το ύφασμα που καλύπτει μπροστά το πρόσωπο). Όπως το ‘χει η παράδοση, τα κορίτσια λογοδίνονται σε ηλικία 5-7 ετών σε αγόρια 7-10, για να παντρευτούν στα 14-17 τα κορίτσια και 20-25 τα αγόρια. Όπως μας έλεγε ο Γ., που είναι ανάμεσα στους 14 κατοίκους της Σίβας που σπουδάζουν στο πανεπιστήμιο, σ’ αυτό το χρόνο μπορείς να χτίσεις την αγάπη σου. Ξέρεις ότι αυτή η κοπελιά είναι για σένα και δεν κοιτάς αλλού. Κανείς από τους αγγλομαθείς άντρες της Σίβας (που περιέργως είναι αρκετοί) δεν ήταν νυμφευμένος κι ας είχαν όλοι περάσει τα 20. Ο Α. θα μας έλεγε ότι πλέον δεν γίνονται έτσι τα πράγματα. Πρώτα κοιτάς τη ζωή σου, να αποκατασταθείς, και μετά διαλέγεις την κοπελιά σου. Ο χρόνος μου στη Σίβα δεν ήταν αρκετός για να εισέλθω στον κόσμο των γυναικών και ν’ ακούσω και την άλλη πλευρά. Οψόμεθα…

Στο δρόμο περνάν κάρα με γαϊδουράκια (είναι κοντή ράτσα εδώ), τα ταξί της Σίβας, που συνυπάρχουν αρμονικά με τα 4×4 που φεύγουν για σαφάρι με τους τουρίστες. Παρόλο που είδα κάποια σημάδια στα κούτελα των ανδρών από τις προσευχές (το πλέον σύνηθες στο Κάιρο), ο κόσμος εδώ είναι πιο χαλαρός. Αν τους ρωτήσεις αν είναι σουνίτες ή σιίτες δεν ξέρουν να σου πουν. Το ισλάμ τους είναι πιο κοντά στο σουφισμό. Οι πλειοψηφία των ανδρών πίνει χασίς (σοκολάτα), που έρχεται από το Μαρόκο μέσω Λιβύης, και αλκοόλ. Τα σύνορα με τη Λιβύη είναι μόνο 40 χιλιόμετρα.

Οι κάτοικοι της Μάρσα Ματρούχ και της Σίβας δεν χρειάζονται διατυπώσεις για να περάσουν τα σύνορα με τη Λιβύη. Οι περισσότεροι έχουν οικογένειες εκατέρωθεν των συνόρων. Οι συνοριοφύλακες τούς υποδέχονται φιλικά, πράγμα που δεν συμβαίνει όταν για οποιοδήποτε λόγο επισκεφτούν αιγυπτιακές πόλεις.

Τέλειωσε αυτός ο καφές; Έχει και τη σοκολάτα και δεν μπορώ να καταλάβω. Αυτή η περιοχή χρειάζεται λίγη ακόμη εξερεύνηση. Οψόμεθα…

Υ.Γ. Κυκλοφορούν ιστορίες για τον Μεγάλο Αλέξανδρο εδώ. Όταν ήρθε, λέει, στη Σίβα, τον συνόδευε βροχή (λένε πως στην περιοχή βρέχει κάθε 20 χρόνια), προηγούνταν φίδια και τον καθοδηγούσαν πουλιά όταν αμφέβαλλε για το δρόμο…

Published in: on Οκτώβριος 15, 2009 at 09:41  6 Σχόλια