είδα τα πτώματα μαζεμένα, εκεί στο ΙΚΕΑ

Οι γονείς μου θέλησαν ν’ αλλάξουν μια βιβλιοθήκη στο παιδικό μου δωμάτιο, εδώ στην Αθήνα όπου βρίσκομαι εδώ και πέντε μέρες μετά την επιστροφή μου από το Μεξικό. Τα ξύλα της, αγορασμένα από το ΙΚΕΑ, με υποδέχτηκαν στοιβαγμένα μπροστά στη μικρότερη βιβλιοθήκη που θ’ αλλάξει. Ήθελαν ν’ αγοράσουν μια επέκταση πριν ξεκινήσουμε να τη στήνουμε και συνόδευσα τον πατέρα μου σ’ ένα ΙΚΕΑ.

Δεν θυμάμαι αν είχα ξαναπάει. Ξέρω για το ναζιστικό παρελθόν του ιδιοκτήτη, την απαγόρευση οργάνωσης των εργαζομένων, την κακή πληρωμή τους, τις πολλές ώρες εργασίας και υπέθετα την υπερεκμετάλλευση ανθρώπων και φύσης για την παραγωγή αυτών των προϊόντων. Δεν χρειαζόμουν περισσότερα ίσως. Αλλά τι να πω στους έρμους τους γονείς μου που κακοτύχησαν να μ’ έχουν παιδί τους. Είμαστε ακόμη στα βασικά: στην εφεύρεση του παράνομου των μεταναστών ως μέρος της παγκόσμιας νεοφιλελεύθερης οικονομίας, τι συμβαίνει με την εξόρυξη χρυσού στη Χαλκιδική και με την υπερεκμετάλλευση φυσικών πόρων, ότι δεν υπάρχει κρίση αλλά αυτός κανόνα, έτσι λειτουργεί ο καπιταλισμός, ότι από αυτό που συμβαίνει θα βγούμε μόνο νεκροί και τη λίγη ζωή μας ας τη ζήσουμε σ’ αντίσταση και αξιοπρέπεια. Πόσα ν’ αντέξουν κι αυτοί, ρατσιστές και φασίστες, γνήσια τέκνα της ελληνικής κοινωνίας. Συνόδευσα λοιπόν τον πατέρα μου στο ΙΚΕΑ χωρίς να πω τίποτα. Κάθε μάχη θέλει το χρόνο της.

Για να πάμε στην αποθήκη των επίπλων έπρεπε να περάσουμε αργά και βασανιστικά από όλο το μαγαζί. Ο πατέρας μου φρόντισε να με ενημερώσει πως με τη μάνα μου γνώριζαν καλά το χώρο, το είχαν γυρίσει όλο και μια μέρα είχαν έρθει να πιουν και τον καφέ τους. Μια συνηθισμένη οικογενειακή έξοδος βρε αδερφέ! Πού να πάμε σήμερα; Δεν πάμε στο ΙΚΕΑ;

Στην πρώτη αίθουσα ήταν στημένα δωμάτια, με κρεβάτια, ράφια, γραφεία σε απίστευτες τιμές! Δεν ήταν απίστευτες! Ήταν αδύνατες! Τις έβλεπα και δεν πίστευα στα μάτια μου! Λαμπατέρ με τρία ευρώ, καναπέδες με 150, γραφεία με 50… Άρχισα να νιώθω το αίμα μέσα στο οποίο πλατσούριζαν τα πόδια μου. Εκατομμύρια αναστεναγμοί σε ξύλο και πλαστικό μού έκαιγαν το πρόσωπο αναδυόμενοι μέσα από αυτά τα προϊόντα δουλείας, λεηλασίας και καταστροφής. Όσο προχωρούσαμε τόσο δεν το πίστευα, τόσο γέμιζαν δάκρυα τα μάτια μου, τόσο με γέμιζαν θλίψη τα εκατοντάδες χαρούμενα πρόσωπα των ανθρώπων. Πώς ήταν δυνατόν να μην καταλαβαίνουν πώς βρέθηκαν όλα αυτά εκεί; Και εντάξει αυτοί, αλλά τα παιδιά τους, τόσο μικρά; Πώς τους επέτρεψαν να μπουν σ’ αυτό το χώρο;

Προχωρούσα χαμένη ακολουθώντας τον πατέρα μου και προσπαθώντας να συγκρατηθώ. Πήραμε τις επεκτάσεις των βιβλιοθηκών και κατευθυνθήκαμε στο ταμείο. Έβλεπα τους υπάλληλους και ήθελα να ρωτήσω. Πόσα να τους πληρώνουν; Πώς τους συμπεριφέρονταν; Τι τους είχαν βάλει να υπογράψουν; Δεν ρώτησα. Εγώ ήμουν πελάτισσα…

Οι χαρούμενοι καταναλωτές έβγαιναν στο γκαράζ με τα καρότσια, χωρίς τσάντες. Οικολογική συνείδηση λέγεται θαρρώ. Πόσος κυνισμός και χυδαιότητα σ’ ένα μόνο χώρο;

Όταν έφυγε ο πατέρας να φέρει τ’ αμάξι άρχισα να κλαίω. Χάιδεψα τα κουτιά και μίλησα στους φυλακισμένους αναστεναγμούς τους: «θα σας κλάψω όπως σας πρέπει, συγχωράτε με».

Στο αυτοκίνητο με ρώτησε ο πατέρας μου τι έχω. Του είπα για τη δουλεία, την εκμετάλλευση και την καταστροφή που είχαν πίσω τους αυτοί οι τόνοι πραγμάτων που είδαμε όμορφα στοιβαγμένους εκεί μέσα.

– Τι να κάνουμε; Δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα.

– Δεν βλέπω να ψάχνουμε λύσεις.

– Δεν θα σώσουμε εμείς τον κόσμο…

– Γιατί προσπαθήσαμε;

– Εγώ έκανα αυτό που περνούσε από το χέρι μου. Δεν αδίκησα ποτέ εργάτη.

– Κι αυτή η βιβλιοθήκη που έχεις πίσω; Θαρρείς πως είναι προϊόν δίκαια πληρωμένης εργασίας;

Μετά άρχισε να μου λέει να μην ανησυχώ για τις βιβλιοθήκες. Είναι φτηνές γιατί είναι προϊόν καθετοποίησης και αυτοματισμού. Και τα λαμπατέρ; Τα στρώματα; Α, αυτά είναι κινέζικα. Φτάνει πατέρα… Ας μη μιλάμε άλλο.

Έχω τα ξύλα τους εδώ δίπλα μου; Τι να τους βάλω να τις εξευμενίσω; Τα βιβλία που έφερα από την Κούβα ίσως; Εκεί τους έλεγα ότι τα αγαθά στα οποία εμείς έχουμε πρόσβαση ενώ εκείνοι όχι, δεν τ’ αγοράζουμε φτηνά: έχουμε πουλήσει την ψυχή μας. Μα ήταν χειρότερα από όσο φανταζόμουν…

Υ.Γ. Δεν προλαβαίνω τώρα να ψάξω για το ΙΚΕΑ. Δεν χρειάζομαι τίποτα για να επιβεβαιώσει αυτά που είδα: τα μαζεμένα πτώματα που κάτι τους είχαν βάλει για να μη μυρίζουν. Όποιος ξέρει ή έχει χρόνο να ψάξει, ας μοιραστεί μαζί μας…

Advertisements
Published in: on Σεπτεμβρίου 10, 2012 at 10:28  5 Σχόλια