ημέρα αυτονομίας σ’ ένα χωριό της Άλλης Καμπάνιας

Επέτειος της μεξικανικής επανάστασης σήμερα που ανέτρεψε τον δικτάτορα Πορφίριο Ντίες το 1910 και δημιούργησε το θεσμό των εχίδος, της συλλογικής ιδιοκτησίας καταλυμμένων εκτάσεων των μεγαλογαιοκτημόνων, που δέχεται μεγάλο πόλεμο από τη δεκαετία του ’90. Όμως το παρόν ποστ θα αναφερθεί σε μια άλλη επέτειο, αυτή της αυτονομίας του χωριού του Άγιου Ισίδωρου στην Τσιάπας που αυτήν την ημέρα πριν 5 χρόνια (μπορεί κι 7 γιατί δεν θυμούνται καλά) ανακήρυξε την αυτονομία του. Ένα μικρό χωριό 25 οικογενειών της φυλής των Τσοτσίλ στα υψίπεδα της Τσιάπας, αρχικά ζαπατιστικό που αποχώρησε στη συνέχεια για να γίνει ένα από τα χωριά της Άλλης Καμπάνιας, που προσυπογράφουν την Έκτη Διακήρυξη της Ζούγκλας Λακαντόνα. Ένα χωριό μικρό, με κέντρο υγείας που το λειτουργούν εθελοντές του χωριού και αυτόνομο δημοτικό που λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο.

Φτάσαμε γύρω στις 11, έχοντας χάσει τη λειτουργία με την οποία άρχισε η γιορτή. Περάσαμε από το χωριό χαιρετώντας οικογένειες που δεν συμμετείχαν στη γιορτή. Όπως θα μαθαίναμε στη συνέχεια, στο μέρος συμβιώνουν δυο κοινότητες, η μια αυτόνομη και η άλλη όχι. Περάσαμε από το κέντρο υγείας, το αυτόνομο δημοτικό και την εκκλησία και κατηφορήσαμε προς στο μέρος μέρος της γιορτής.

Δυο κτίσματα από σανίδες και τσίγκινη οροφή σχημάτιζαν ένα γάμα με ένα χώρο με γρασίδι μπροστά όπου ήταν ο χώρος της συγκέντρωσης. Οι άντρες φορούσαν τα γιορτινά τους, με μπλούζες κεντημένες με πολύχρωμα λουλούδια που πιστοποιούν την αξιοσύνη των συζύγων τους. Οι γυναίκες ήταν ντυμένες με παραδοσιακά, μαύρη φούστα και σκληρό μαντό με λουλούδια σε μωβ αποχρώσεις, με μπλεγμένες κορδέλες στις δυο πλεξίδες που είχαν όλες, μικρές και μεγάλες.

Προς έκπληξή μας δεν ήμασταν οι μόνοι ξένοι (εγώ και ο ισπανός σύντροφος που ξεκινήσαμε παρέα από το Σαν Κριστόμπαλ δε λας Κάσας, παίρνοντας το λεωφορειάκι από την αγορά και περπατώντας για μισή ώρα περίπου μέσα από την υπέροχη φύση και τις μίλπες της κοινότας, τα χωράφια του καλαμποκιού). Υπήρχαν κι άλλες ομάδες εθελοντών, περίπου 20 άτομα.

Η δική μας εμπειρία άρχισε με την αυτοπαρουσίαση διαδοχικά όλων των ξένων στο μικρόφωνο. Από πού είμαστε και τι κάνουμε. Μας καλοσώρισαν και ακολούθησε μια τελετή των μάγιας στο μικρότερο από τα δύο κτίσματα.

Το πάτωμα από πατημένη γη ήταν καλυμμένο με πευκοβελόνες (έθιμο που έχουν σ’ όλη την Τσιάπας για τις γιορτές). Ένας σταυρός από λουλούδια ήταν στο πάτωμα μπροστά στην πόρτα: τέσσερα ορθογώνια με δυο κεριά στη μέση. Το ορθογώνιο προς την ανατολή σχηματιζόταν από κόκκινα λουλούδια, δυο κόκκινα καλαμπόκια κι ένα κόκκινο κερί στην άκρη. Είναι η κατεύθυνση του ήλιου. Το ορθογώνιο προς τη δύση ήταν μωβ (που ήθελε να είναι μαύρο) με δυο μαύρα καλαμπόκια και ένα μαύρο κερί στην άκρη. Είναι η κατεύθυνση της νύχτας. Το ορθογώνιο προς το νότο ήταν κίτρινο, με κίτρινα καλαμπόκια και κίτρινο κερί. Είναι η κατεύθυνση όπου στέκεσαι για να ζητήσεις λύσεις. Και η κατεύθυνση προς το βορρά ήταν άσπρη με άσπρα καλαμπόκια και άσπρο κερί, η κατεύθυνση των ονείρων και της ελπίδας. Στη μέση υπήρχαν δυο κεριά, ένα μπλε για τον ουρανό κι ένα πράσινο για τη Μάνα Γη και τη φύση. Στη βάση και στην κορυφή έκαιγαν 13 κεριά μικρά και άσπρα, για τα 13 πνεύματα και διάφορα άλλα 13 που δεν θυμάμαι.

Όλη η τελετή ήταν σε τσοτσίλ, οπότε μην περιμένετε να σας πω τι έλεγε. Γυρίσαμε διαδοχικά προς όλες τις κατευθύνσεις του ορίζοντα, ακούγοντας τα λόγια αυτής της αυτόχθονης γλώσσας και τον ήχο του καρακόλ, του μεγάλου κοχυλιού που καλούσε όλους να συμμετέχουν στην προσευχή, όποιοι κι αν ήταν κι όπου κι αν πορεύονταν. Όταν το χωριό αυτοανακηρύχτηκε αυτόνομο, διάφοροι οργανωμένοι σε κόμματα και παραστρατιωτικές ομάδες ήρθαν για παρενοχλήσουν τους κατοίκους, να τους πετάξουν πέτρες. Εκείνοι προσευχήθηκαν και κανένας από τους επιτιθέμενους δεν κατάφερε να μπει στο χωριό.

Στη συνέχεια η γιορτή είχε την παρουσίαση ενός θεατρικού, από ένα κοινοτικό εργαστήρι με το όνομα Y’achil Antzetic, προϊόν συλλογικού αυτοσχεδιασμού με τη βοήθεια μιας Αυστραλέζας. Στο εργαστήρι συμμετείχαν στην πλειονότητα γυναίκες τσοτσίλ και η πλοκή ήταν πολύ προωθημένη: η κόρη ενός αλκοολικού αναγκάζεται να κατεβεί από το χωριό της στην πόλη για να πουλήσει τα προϊόντα χειροτεχνίας της. Όμως σε σύγκριση με τις άλλες γυναικείες μπλούζες και φορέματα που είναι αρκετά φτηνά, τα δικά της είναι πολύ πιο ακριβά και στη «μόδα» των ιθαγενών. Έτσι δεν μπορεί να πουλήσει τίποτα στο φραγκοφορεμένο κοινό της αγοράς. Στεναχωρημένη και αφού έχει δεχτεί την περιφρόνηση των πελατισσών αρχίζει να κλαίει όταν την βρίσκουν τρεις φραγκοφορεμένες φιλενάδες της. Της λεν να πάει να δουλέψει σε σπίτι. Ο μισθός είναι πολύ χαμηλός και εργοδότρια της συμπεριφέρεται άσχημα. Το βράδυ οι φιλενάδες έρχονται να την πάρουν για να βγουν. Φυσικά όμως δεν μπορεί να πάει με τα δικά της ρούχα, αλλά να φορέσει άλλα, δυτικά. Πηγαίνουν σ’ ένα κλαμπ, όπου τη βάζουν να πιει μπύρα, ενώ αργότερα της την πέφτει ένας άντρας με τον οποίο φεύγει και μένει έγκυος. Η εργοδότρια της προσφέρει την επιλογή να της πληρώσει τα πάντα αλλά να αφήσει το παιδί που θα γεννήσει. Εκείνη αρνείται και χάνει τη δουλειά της. Ο πατέρας της δεν την δέχεται, καθώς συνιστά ντροπή για την κοινότητα. Έπειτα από μερικούς μήνες γυρίζει με το παιδί και η οικογένεια τη δέχεται.

Μετά το τέλος του θεατρικού, οι γυναίκες που συμμετείχαν (που ήταν σε τσοτσίλ και ισπανικά, που εδώ τα λέμε καστεγιάνικα) πήραν μία μία το λόγο. Οι άντρες πρέπει να ‘ναι πιο προσεκτικοί γιατί προκαλούν μεγάλο πόνο στις γυναίκες. Στη συνέχεια πρέπει ν’ αναλαμβάνουν τις ευθύνες τους, αλλά και οι οικογένειες δεν πρέπει να διώχνουν μια γυναίκα έγκυο τη στιγμή που περισσότερο από ποτέ οφείλουν να της δείξουν την αλληλεγγύη τους. Έπειτα πήρε το λόγο ο εντεταλμένος διοργανωτής της γιορτής (που έχει αυτήν την αρμοδιότητα για δύο χρόνια). Επανέλαβε σε τσοτσίλ σχεδόν τα ίδια (μου μετέφραζε μια κυρία δίπλα μου, μ’ ένα τεράστιο ασημένιο χαμόγελο) συμπληρώνοντας ότι οι οικογένειες πρέπει να προσέχουν τις κόρες τους. Ο ίδιος, φίλος του συντρόφου που πήγαμε παρέα, χρόνια παντρεμένος, δεν θέλει να κάνει παιδιά (αρκετά προωθημένο για τις κοινότητες). Το όνομα του έργου ήταν «Μια ιστορία ζωής», η ιστορία που βιώνουν πολλές ιθαγενείς γυναίκες.

Στη συνέχεια άρχισε η μουσική, με ζωντανό συγκρότημα και ένα ηχοσύστημα που θα μπορούσε να καλύψει στάδιο, με ρεύμα που όλοι οι αυτόνομοι δήμοι παίρνουν από τις εθνικές οδούς χωρίς να πληρώνουν. Οι γυναίκες της κοινότητας έφτιαχναν στο μεταξύ τις τορτίγιες για το γεύμα που θα ακολουθούσε. Κι επειδή ήταν γιορτή, περιλάμβανε κρέας σε μια νοστιμότατη σούπα με ρύζι. Πρώτα σερβιρίστηκαν οι ξένοι στο τραπέζι που στήθηκε στο άλλο κτίσμα του χώρου και μετά οι υπόλοιποι.

Γύρω στις 16:30 χαιρετίσαμε και πήραμε το δρόμο της επιστροφής, συζητώντας, αναλύοντας, και παρατηρώντας την αμερικάνικη ποικιλία πεύκων και προσπαθώντας ν’ αναγνωρίσουμε με μικρή επιτυχία άλλα είδη που δεν υπάρχουν στην Ευρώπη…

η «ημέρα των νεκρών» στο Σαν Χουάν Τσαμούλα

πιτσιρίκια που μου τραγούδησαν προχτές το βράδυ στο κέντρο του Σαν Κριστόμπαλ. Χτες το βράδυ πέρασαν και από τη γειτονιά μου, αλλά, προς μεγάλη μου απογοήτευση, δεν χτύπησαν την πόρτα μου…

Τι καταπληκτική γιορτή! Τι καταπληκτική ιδέα! Μια γιορτή για τη ζωή, τιμώντας το θάνατο και τους αγαπημένους νεκρούς.

Η γιορτή διαρκεί τρεις ημέρες. Τις νύχτες στην πόλη του Σαν Κριστόμπαλ, μεγάλοι και μικροί ντύνονται νεκροί, διαβολάκια ή μάγοι. Τα πιτσιρίκια γυρνούν στους δρόμους τραγουδώντας ένα τραγουδάκι «είμαστε αγγελάκια που κατεβήκαμε στη γη» και συγκεντρώνουν γλυκά (αλλά και χρήματα) στα καλαθάκια τους.

Σήμερα το πρωί λοιπόν, 2 Νοεμβρίου, ανήμερα της γιορτής, ξεκίνησα για ένα χωριό ιθαγενών μάγιας, της φυλής των τσοτσίλ, το Σαν Χουάν Τσαμπούλα (βλ. και Τελετουργίες σ’ ένα χωριό ιθαγενών της Τσιάπας, καθώς πρόκειται για το ίδιο χωριό ). Το χωριό βρίσκεται στα 2.200 μ. και είναι αυτόνομη περιοχή. Οι κάτοικοί του διατηρούν πανάρχαια έθιμα και μαζί με τους χριστιανούς αγίους λατρεύουν και τον ήλιο, που δίνει δικαιοσύνη και κατανοεί άντρες και γυναίκες. Η πολιτική ζωή είναι στενά συνδεδεμένη με τη θρησκευτική: οι πολιτικοί αρχηγοί έχουν και πνευματικές αρμοδιότητες, οι εκλογές συνδέονται με γιορτές αγίων, οι ιθύνοντες σημειώνονται σε ιερά βιβλία και συγκεντρώνονται σε ιερούς χώρους. Ιερές πηγές, ιερά βουνά, ιερά δάση περιστοιχίζουν το χωριό.

το χωριό του Σαν Χουάν Τσαμούλα, που σύμφωνα με την παράδοση χτίστηκε στη θέση λίμνης που αποξήρανε ο Αγ. Ιωάννης. Στη μέση διακρίνεται η εκκλησία του.

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο Άγιος Ιωάννης (Σαν Χουάν) μαζί με άλλους αγίους (τους Λορέντζο, Πέτρο, Αντρέα, Παύλο, Μιχαήλ, Σεβαστιανό και Αικατερίνη) εγκατέλειψαν τον αφιλόξενο τόπο τους στα βουνά όπου δεν μπορούσαν να επιβιώσουν και έπειτα από μακρά αναζήτηση έφτασαν σε μια λίμνη, όπου τα ζώα τους σταμάτησαν να ξεδιψάσουν. Μόλις ο Αγ. Ιωάννης ανακοίνωσε στην εκλεκτή ομήγυρη ότι είχαν φτάσει στον προορισμό τους, κατέφτασε ο ιδιοκτήτης της περιοχής. Ο Αγ. Ιωάννης τού ζήτησε την άδεια να χτίσει το σπίτι του στη μέση της λίμνης. Στις αντιρρήσεις του ιδιοκτήτη («πώς θα το κάνεις;» και «εγώ πού θα μείνω») του απάντησε ότι θα μπορούσε να αποξηράνει τη λίμνη και να μείνουν και οι δυο. Και συμφώνησαν. Ο Αγ. Ιωάννης κράτησε το λόγο του και αποξήρανε τη λίμνη, αφήνοντας τρεις πηγές για τις διαφορετικές συνοικίες του σημερινού χωριού, που έχει χτιστεί ακριβώς σ’ αυτό το μέρος.

Το νεκροταφείο του χωριού βρίσκεται στα ερείπια της εκκλησίας του Αγ.

Τα ερείπια της εκκλησίας του Αγ. Σεβαστιανού και το νεκροταφείο ανήμερα της Ημέρας των Νεκρών

Σεβαστιανού, καθώς, αφότου έφτασαν οι άγιοι στην περιοχή, αποφάσισαν να ζήσουν χώρια. Ένας σεισμός σχεδόν κατάστρεψε την εκκλησία του και οι κάτοικοι, για να μην τραυματιστεί ο Αγ. Σεβαστιανός, τον μετέφεραν στην εκκλησία του Αγ. Ιωάννη (όπου έμενε αρχικά καθώς ήταν νεαρός για να μείνει μόνος του). Πολλές φορές προσπάθησε να επιστρέψει στην εκκλησία του και οι κάτοικοι τον γύριζαν στην εκκλησία του Αγ. Ιωάννη. Κι αφού συνειδητοποίησε ότι υπήρχαν πολλοί πιστοί εκεί, αποφάσισε τελικά να μείνει. Στα ερείπια της εκκλησίας του Αγ. Σεβαστιανού, χτίστηκε στη συνέχεια το νεκροταφείο, όπου βρέθηκα σήμερα το πρωί.

τραγούδια κατά παραγγελία για το νεκρό

Για τους ιθαγενείς ο θάνατος είναι απλά μια μετάβαση σ’ ένα άλλο επίπεδο. Μου έλεγε ο αργεντίνος συγκάτοικός μου ότι στο Περού (θα τον ρωτήσω κι αν είναι λάθος θα το διορθώσω) ότι οι νεκροί συμμετέχουν στις παραδοσιακές συνελεύσεις, και οι ζωντανοί σωπαίνουν για να τους ακούσουν.

Την Ημέρα των Νεκρών κατεβαίνουν από το μέρος όπου ξεκουράζονται επιστρέφοντας στις οικογένειές τους. Πριν την ισπανική κατάκτηση, αυτή η μέρα γιορταζόταν το καλοκαίρι. Οι Ισπανοί προσπαθώντας να την εξαλείψουν, την μετέφεραν στη γιορτή των Αγίων Πάντων. Η ημερομηνία άλλαξε, αλλά τα

προσφορές για το νεκρό

τελετουργικά παρέμειναν. Πικ νικ στήνονται στα νεκροταφεία και ορχήστρες παίζουν  αγαπημένα κομμάτια του νεκρούπάνω από τους τάφους. Στα σπίτια στήνονται μικροί βωμοί προς τιμήν των νεκρών, ιδιαίτερα αυτών που δεν έχουν κλείσει χρόνο, μαγειρεύονται τα αγαπημένα τους φαγητά και καλούνται τα αγαπημένα τους πρόσωπα.

Στο Σαν Χουάν κανείς δεν έκλαιγε, καθώς είναι μια μέρα που γιορτάζεται η ζωή. Καθώς ο θάνατος δεν είναι το τέλος.

Και για μια ακόμη φορά ένιωσα πόσο φτωχός είναι ο πολιτισμός μας…

Βρήκα κι εγώ έναν τάφο απόμενο κι έρημο, να κάνω προσφορά στους δικούς μου νεκρούς. Ένα αγοράκι (κανένας τάφος δεν έγραφε ηλικία) που πέθανε το 1999. Μόνο που εγώ δεν μπορούσα να το δω γιορτινά…

τελετουργίες σε ένα χωριό ιθαγενών της Τσιάπας

Ο Λόνλυ Πλάνετ με είχε προϊδεάσει ότι στο χωριό Σαν Χουάν Τσαμούλα, 10 χλμ. βορειοδυτικά του Σαν Κριστόμπαλ, οι κάτοικοι που ανήκουν στους Τσοτσίλ (υποομάδα των Μάγιας), συνεχίζουν να εφαρμόζουν κάποιες «μοναδικές» θρησκευτικές τελετουργίες. Ξεκινήσαμε με μια χίπισσα σαραντάρα Αυστραλέζα για το παζάρι της Κυριακής και όταν φτάσαμε μάθαμε πως σήμερα είναι η γιορτή της Αγίας Ρόζα της Λίμα που την πιστεύουν πολύ οι ιθαγενείς. Οπότε γίναμε μάρτυρες πολύ ενδιαφερουσών τελευτουργιών.

Οι Τσοτσίλ είναι ενδιαφέροντες από μόνοι τους. Οι άντρες φορούν πουκάμισο, παντελόνι λίγο κάτω από το γόνατο και από πάνω μια μαύρη προβιά με μανίκια, ή μακρύ παντελόνι κι ένα σκληρό πόντσο με φυτικά σχέδια σε αποχρώσεις του γαλάζιου και του μωβ. Οι γυναίκες φορούν πουκάμισο με κοντά μανίκια, μια τρέσα πάνω από το στήθος από την οποία ξεκινούν πιέτες και μπορεί να έχει διαφορετικά κομμάτια υφάσματος, και για φούστα μια μαύρη προβιά που πρέπει να είναι ένα απλό ορθογώνιο κομμάτι που το σφίγγουν στη μέση με φαρδιά κεντητή ζώνη διαφόρων χρωμάτων. Από πάνω μπορούν να φορούν το ίδιο κεντητό μπόντσο με τους άντρες. Τα μαλλιά τους είναι μακριά με χωρίστρα στη μέση, δυο πλεξίδες που καταλήγουν σε μία ή που ενώνονται με κορδέλες πλεγμένες μέσα στις πλεξίδες (προφανώς για να μην πέφτουν μπροστά όταν κάνουν δουλειές).

Το παζάρι ήταν γεμάτο υφάσματα και χρώμα, όλα χειροποίητα και σε πολύ καλές τιμές. Δεν έλειπαν και τα κινέζικα, αλλά φαινόταν ο κόσμος να μην τα προτιμά.

Η καθολική εκκλησία ήταν αφιερωμένη στον Άγιο Ιωάννη το Βαπτιστή, τον οποίο στην Τσαμούλα τον πιστεύουν

Η εκκλησία του Αγίου Ιωάννη στην Τσαμούλα από το flickr. Φαίνεται στο πλάι δεξιά ο χώρος όπου έπαιζε η μπάντα (δεξί κλικ=> αντιγραφή τοποθεσίας δεσμού για να μεταβείτε στο φωτογράφο).

παραπάνω κι απ’ το Χριστό. Κάτω απ’ το καμπαναριό οι χρονολογίες τοποθετούσαν την εκκλησία πίσω στο δεκατοέκτο αιώνα (1522 και 1524). Για τις ανάγκες της ημέρας στο ημικυκλικό υπέρθυρο είχε γραφτεί με άσπρα γαρίφαλα: Viva Santa Rosa de Lima και απο κάτω Viva San Juan (Άγιος Ιωάννης). Το ενδιαφέρον όμως δεν ήταν το έξω, αλλά το μέσα, όπου φαινόταν να συνδυάζονται αρμονικά οι τελετές των ιθαγενών με τη λατρεία ενός χριστιανού αγίου σε μια καθολική εκκλησία. Βγάλαμε ένα εισιτήριο από το γραφείο τουρισμού, στο οποίο αναγραφόταν ότι απαγορεύονται οι φωτογραφίσεις στο εσωτερικό του ναού καθώς και οποιασδήποτε τελετουργίας, και μπήκαμε.

Η εκκλησία, μια απλή μονόκλιτη βασιλική, δεν είχε καθίσματα ή πάγκους. Το πάτωμα ήταν καλυμμένο με πευκοβελόνες και στους τοίχους είχε δεσμίδες με φοινικόφυλλα. Στους πλαϊνούς τοίχους βρίσκονταν κακότεχνα αγάλματα αγίων μέσα σε προθήκες, στο τζάμι των οποίων αναγράφονταν τα ονόματά τους. Μπρστά από τις προθήκες βρίσκονταν ανθοδέσμες με λουλούδια σε βάζα (κυριαρχούσαν οι λευκές γλαδιόλες) και μπροστά από αυτά υπήρχαν μεγάλα τραπέζια γεμάτα κεριά σε ποτήρια διαφόρων μεγεθών, κάποια από τα οποία είχαν την εικόνα της Παναγίας (ή κάποιας αγίας τέλος πάντων). Από το ταβάνι κρέμονταν φαρδιά υφάσματα διαφορετικών χρωμάτων που στερεώονταν στους πλαϊνούς τοίχους, ενώ κάτω οι πιστοί κολλούσαν κεριά στο πάτωμα, αφότου καθάριζαν πρώτα το χώρο απ’ τις πευκοβελόνες. Σε ένα σημείο του ναού γυναίκες έκαιγαν θυμιατά που έβγαζαν πολύ καπνό μέσα σε μεταλλικά σκεύη σε σχήμα μεγάλων κρατήρων (σε αρχαιοελληνικά αγγεία αναφέρομαι).

Στο χώρο του ιερού ο Σαν Χουάν (Άγιος Ιωάννης) είχε την τιμητική θέση στη μέση, ενώ εκατέρωθεν βρίσκονταν τα αγάλματα του Αγίου Ματθαίου και του Άγιου Ιωάννη του Μέγιστου (??San Juan Mayor?).

Ο κόσμος προσευχόταν όρθιος ή γονατιστός, δυνατά ή μη. Όσοι προσεύχονταν δυνατά έλεγαν κάτι σαν «μπανακαταλάκαμακα» ή κάτι τέτοιο, προφανώς στη γλώσσα των ιθαγενών, αλλά όλοι το ίδιο. Κάποιοι την είχαν πέσει κάτω από ένα τραπέζι στο χώρο του ιερού και κοιμούνταν.

Η αίθουσα φωτιζόταν από δυο μεγάλα παράθυρα στο ένα πλάι και από… λάμπες φθορίου. Γενικά η ατμόσφαιρα δεν ήταν μυσταγωγική με τον τρόπο που ορίζουμε την έννοια στη Δύση, καθώς τη συνδέουμε περισσότερο με ησυχία ή με ένα συντεταγμένο τελετουργικό. Είχε αρκετή φασαρία που επιδεινωνόταν από μια μπάντα που έπαιζε απ’ έξω, σ’ ένα στεγασμένο χώρο ενωμένο με το ναό.

Όταν βγήκαμε έξω είδαμε να κατεβαίνει από το λόφο μια ομάδα αστυνομικών με την τοπική ενδυμασία: προβιά, κυρίως μαύρη, αλλά και άσπρη, με μανίκια, που έφτανε μέχρι τα γόνατα και τελείωνε με κρόσια, και ένα μακρύ ξύλινο γκλομπ που το συγκρατούσαν στο ώμο με λωρίδες δέρματος. Η ομάδα μπήκε στο δημαρχείο. Μετά κατέφθασαν οι ιερείς, όλοι ντυμένοι το ίδιο, οι περισσότεροι πεζοί και 5-6 με άλογα. Φορούσαν άσπρα κεφαλομάντηλα που κατέληγαν σε κόκκινες φούντες, άσπρα πουκάμισα και από πάνω αμάνικες προβιές που έδεναν στη μέση με φαρδιές σουέτ ζώνες, άσπρα παντελόνια μέχρι κάτω από το γόνατο και από πάνω δερμάτινα σουέτ παντελόνια λίγο πιο κοντά και πέδιλα με λωρίδες δέρματος και σόλες νομίζω από λάστιχα αυτοκινήτου. Στο λαιμό τους είχαν περασμένες κόκκινες, κίτρινες και πράσινες κορδέλες κι ένας μεγάλος σταυρός. Οι δύο ιππείς που κρατούσαν τα λάβαρα (με μια γυναίκα αγία, ίσως τη Σάντα Ρόζα, και με κάποιον άγιο που δεν θυμάμαι) φορούσαν σκληρό κόκκινο βελούδο μπόντσο με σχέδια σε κίτρινη κλωστή (και πεντάλφες ανάμεσα στ’ άλλα). Ήρθαν όλοι στο δημαρχείο, τύλιξαν τα λάβαρα, άναψαν θυμιατά και οι δύο με τα κόκκινα κάθισαν σε έναν πάγκο εκεί.

Στο μεταξύ είχαν παραταχθεί γυναίκες στο πλάι του δημαρχείου όπου υπήρχαν δυο μεγάλοι πράσινοι σταυροί. Ήταν καθισμένες κάτω, πάνω στις κνήμες τους, φορώντας την παραδοσιακή στολή και επιπλέον κουκούλα από προβιά, όλες ηλικιωμένες, ενώ πίσω τους κάθονταν απλές γυναίκες. Μπροστά τους είχαν μπουκαλάκια με πος (με σίγμα παχύ), ένα αρκετά δυνατό ντόπιο ποτό (μου έχουν πει, δεν έχω πιει) και ποτηράκια. Σε κάποια φάση ήρθαν μπροστά τους γυναίκες με παιδιά, μίλησαν και μετά οι «ιέρειες» τις κέρασαν πος.

Οι πέντε από τους ιππείς ανέβηκαν στα άλογα κι άρχισαν να διασχίζουν πάνω κάτω (2-3 φορές) και δεξιά αριστερά (2-3 φορές) την αγορά μπροστά στην εκκλησία κατευθυνόμενοι στους μεγάλους πράσινους σταυρούς που ήταν τοποθετημένοι στις άκρες των διαδρομών τους. Έπειτα κατέβηκαν και κάθισαν στο πλάι της εκκλησίας, αφότου τους καθάρισαν πρώτα οι μπάτσοι τον πάγκο. Τους έβαλαν μπροστά μπουκαλάκια με πος, ποτήρια και… (πλησιάζει το φάουλ)… κόκα κόλες (και δυο φάντες). Αφότου χτύπησα κάμποσο το κεφάλι μου βρίζοντας μέσ’ απ’ τα δόντια μου,  θα μάθαινα στη συνέχεια ότι η κόκα κόλα χρησιμοποιείται για το ρέψιμο, με το οποίο φεύγουν από μέσα σου τα δαιμόνια. Την ίδια λειτουργία είχε και το τσιγάρο που άναψαν όλοι αφότου τέλειωσαν το τελετουργικό.

Αυτό περιλάμβανε ψιθυριστές προσευχές και πολλά σταυροκοπήματα τα οποία ήταν ως εξής: με ενωμένα όλα τα δάχτυλα σταύρωναν πρώτα το μέτωπό τους, μετά ακουμπούσαν το χέρι στη μύτη και μετά στην κορυφή του στέρνου. Στη συνέχεια έπιασαν ο ένας τις κορδέλες του άλλου, ήπιαν το πος, τις κόκα κόλες (*&^(*%&$&^) και άναψαν τσιγάρο. Μετά από λίγο ξανανέβηκαν στα άλογα τα οποία τα κρατούσαν οι μπάτσοι και ξανάρχισαν τις κούρσες την αγορά.

Κάποια στιγμή έφυγαν αρκετοί αστυνομικοί και επέστρεψαν μετά από κανα μισάωρο παρατεταγμένοι, ενώ πίσω τους ακολουθούσε μια επίσης μεγάλη ομάδα αντρών με άσπρα κεφαλομάντηλα και χωρίς γκλομπ, ενώ στο τέλος τους συνόδευε μια μπάντα. Μπήκαν όλοι (εκτός απ’ τη μπάντα) στο δημαρχείο. Αυτοί με τα κεφαλομάντηλα μετά από λίγο παρατάχθηκαν μπροστά στο δημαρχείο κρατώντας μεγάλα κίτρινα κεριά και μπήκαν στην εκκλησία. Μετά από λίγο αποχώρησαν οι ιερείς με τα λάβαρά τους και σε αυτό το σημείο αποχωρήσαμε κι εμείς γιατί μας είχε κόψει λόρδα. Δεν επιτρεπόταν άλλωστε να ξαναμπούμε στην εκκλησία.

Και όλα αυτά λάμβαναν χώρα ενώ συνέχιζε να παίζει χαρωπούς σκοπούς με μικροφωνική υποστήριξη η μπάντα στο πλάι της εκκλήσίας, ενώ μια άλλη μπάντα έπαιζε παραγγελιές από τραπέζι σε τραπέζι πολύ κοντά από εκεί που έπιναν οι ιερείς τις κόκα κόλες τους και ενώ ακριβώς μπροστά τους ένας πάγκος που πουλούσε σιντί διαλαλούσε την πραμάτεια του με δυνατά μπιτάκια. Μετά από 1,5 ώρα περίπου αποχώρησαν οι κηροφόροι χωρίς τα κεριά τους που υποθέτω ότι είχαν κολλήσει στο πάτωμα της εκλησίας.

Υ.Γ. Μια κοπελιά που γνώρισα εδώ μού είπε ότι τη μέρα που είχε επισκεφτεί εκείνη το χωριό και την εκκλησία θυσίαζαν μια κότα μέσα και μάζευαν το αίμα της. Επειδή ωστόσο δεν ήθελε να είναι μια τουρίστρια που παρακολουθεί, βγήκε έξω και δεν μου είπε περισσότερα…

Φωτο από το ίντερνετ:

Εδώ με την αγορά όπου έτρεχαν οι ιερείς μπροστά στο ναό.

Εδώ λεπτομέρεια από το θύρωμα.

Εδώ το εσωτερικό χωρίς πολλούς καπνούς, κεριά και τα υφάσματα στο ταβάνι από κάποιον που δεν σεβάστηκε την επιθυμία για μη φωτογράφιση…

Εδώ οι ενδυμασίες των γυναικών.

Published in: on Αύγουστος 30, 2010 at 17:45  10 Σχόλια