δίκτυο αντιρρησιών συνείδησης στα βόρεια της Κύπρου

"καθήκον μας στην πατρίδα η ειρήνη/ δικαίωμά μας η αντίρρηση συνείδησης

«καθήκον μας στην πατρίδα η ειρήνη/ δικαίωμά μας η αντίρρηση συνείδησης

(οι πληροφορίες για το ακόλουθο κείμενο αντλήθηκαν από http://www.detaykibris.com/vicdani-ret-mucadelesi-basladi.html που δημοσιεύτηκε στις 16/2/2016)

Τρεις αντιρρησίες συνείδησης, ο Nuri Sılay, o Murat Kanatlı και ο Haluk Selam Yüksek έδωσαν κοινή συνέντευξη τύπου με θέμα «Το δικαίωμα αντίρρησης συνείδησης στα βόρεια της Κύπρου και οι νομικές διαδικασίες» για την εξέλιξη θεσμοποίησης του δικαιώματος άρνησης συνείδησης. Ο Nuri Sılay, μετά την απόρριψη της προσφυγής του στην πρωθυπουργία και τη διοίκηση των ενόπλων δυνάμεων της Βόρειας Κύπρου, προσέφυγε στο Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο. Οι υποθέσεις του Murat Kanatlı και του Haluk Selam Yüksek βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη στο Συνταγματικό και στο Στρατιωτικό Δικαστήριο. Στη συνέντευξη τύπου παραβρέθηκαν μέλη πληθώρας οργανώσεων: μέλη της Συνέλευσης Νεολαίας του BKP, της Οργάνωσης Νεολαίας του TDP, του ΥΚP, του Κέντρου Νέων της Mağusa (MAGEM), του Φεμινιστικού Ατελιέ (FEMA), του Συνδικάτου Τουρκοκύπριων Δασκάλων (KTÖS), του Συνδικάτου Τουρκοκύπριων Δασκάλων Μέσης Εκπαίδευσης (KTOEÖS), της Ομοσπονδίας Επαναστατικών Εργατικών Συνδικάτων (DEV-İŞ), του Κυπριακού Σύλλογου Pir Sultan Abdal και η Πρωτοβουλία Αντιρρησιών Συνείδησης στην Κύπρο.

(περισσότερα…)

Published in: on Φεβρουαρίου 24, 2016 at 20:45  2 Σχόλια  

σύγχρονο δουλεμπόριο: κουβεντούλα με μια οικιακή εργάτρια

Περιμένοντας λοιπόν τηλεφώνημα για να πάω να πιω το καφεδάκι μου μπροστά στην ΕΡΤ (είμαι Αθήνα από χτες και πήγα ΕΡΤ πρωί και βράδυ και πάρα πολύ χάρηκα), θα ‘θελα να γράψω μια άλλη ιστορία, υπόγεια και καθημερινή.

Την προηγούμενη βδομάδα λοιπόν πήγα για μια βδομάδα Κύπρο, να δω τη γιαγιά μου και την εκεί οικογένειά μου. Η γιαγιά μου είναι 90 χρονών και την προσέχει μια κοπελιά από τις Φιλιππίνες, που είναι η τέταρτη ή πέμπτη που αναλαμβάνει το ίδιο πόστο. Δεν μπορούσα να την πείσω να μην ασχολείται με την πάρτη μου και να μη με υπηρετεί, αλλά πριν φύγω καταφέραμε να φάμε στο ίδιο τραπέζι και να μιλήσουμε.

Τα πράγματα γίνονταν αυτόματα μες στο σπίτι. Ξέχασα την πετσέτα μου πάνω στο κρεβάτι και βρέθηκε κρεμασμένη στο μπάνιο. Πήγαινα το βράδυ ν’ ανάψω το αντικουνουπικό κι εκείνο ήταν ήδη αναμμένο. Τα πιάτα εξαφανίζονταν από το νεροχύτη, μαζί με τα ποτήρια που «έκρυβα» στο πλάι του καναπέ (για να τα πάω μετά στην κουζίνα). Μια συνεχή και αδιάκοπη εργασία από έναν άνθρωπο αόρατο.

Η γιαγιά μου δεν μπορούσε να μάθει το όνομα της κοπελιάς («Νίκη». Δεν τη ρώτησα κι εγώ το πραγματικό της…). «Είναι χαρούμενη τώρα που ήρθες», μου έλεγε η πάντα χαμογελαστή Νίκη (ένα συνεχές πρέπει, ακόμη και για το χαμόγελο). «Όταν θα φύγεις θα ξαναρχίσει να μου φωνάζει». Το αλτσχάιμερ βγάζει επιθετικότητα στη γιαγιά μου. Φαίνεται όμως ότι της τη βγάζει μόνο εκεί που την παίρνει: στη Νίκη, που δεν έχει όνομα ούτε προσωπικότητα. ΄Αραγε την έχει ρωτήσει κανείς από τους συγγενείς μου πώς έφτασε στην Κύπρο; Μάλλον όχι.

Η Νίκη λοιπόν πλήρωσε 2.500 δολάρια στο μεσίτη (ατζέντη) στις Φιλιππίνες και στην Κύπρο (κάπου τόσο πάει και για να σε περάσουν τα σύνορα από το Μεξικό για τις ΗΠΑ). Υπάρχουν πολλοί μεσίτες για διαφορετικές χώρες. Εκείνη ήθελε να πάει στην Ιταλία που της είχαν πει ότι ήταν καλύτερα, αλλά πας πιο δύσκολα. Ο μεσίτης στην Κύπρο είναι υπεύθυνος να τους βρει δουλειά, κι έπειτα ευθύνεται για την ασφάλειά τους (σε αυτόν θα απευθυνθούν για να παραπονεθούν για τη συμπεριφορά του αφεντικού και αυτός αναλαμβάνει να κάνει την καταγγελία). ‘Όταν βρεθεί ο εργοδότης, αναλαμβάνει να δώσει στο μεσίτη 1.500 ευρώ, τα οποία άτυπα μοιράζεται με την εργάτρια (στην περίπτωση της Νίκης, 700 πληρώνει ο θείος μου και 800 η ίδια), τα οποία αφαιρεί από το μισθό της που ανέρχεται στα 330 ευρώ το μήνα (οπότε μέχρι την αποπληρωμή, η Νίκη θα πληρώνεται 130 ευρώ). Παίρνει βίζα για τέσσερα χρόνια (στοιχίζει 105 ευρώ) και σε αυτό το διάστημα δικαιούται να αλλάξει συγκεκριμένο αριθμό εργοδοτών (θαρρώ τρεις). Η Νίκη είναι στον τρίτο εργοδότη, γιατί από την πρώτη δουλειά έφυγε και στη δεύτερη δουλειά πέθανε η καρδιακή γιαγιά που πρόσεχε. Οπότε εύχεται για τα επόμενα τρία χρόνια να μην πεθάνει η γιαγιά μου…

Η Νίκη είναι σαράντα χρονών και κοιμάται με τη γιαγιά μου. ‘Ενας μέσος μισθός στις Φιλιππίνες είναι 250 ευρώ, αλλά εκείνη δεν πήγε ούτε λύκειο γιατί ήταν ακριβό (δεν το ξεκαθαρίσαμε αν είναι ιδιωτικά τα σχολεία). ΄Εχει ρεπό μια φορά τη βδομάδα που το περνάει σε ένα διαμέρισμα που νοικιάζουν πολλές μαζί (εκείνη δίνει 12 ευρώ το μήνα). Εκεί μπορεί να μείνει και στα μεσοδιαστήματα της αλλαγής εργοδότη.

Η Νίκη ήρθε στην Κύπρο και για έναν επιπλέον λόγο: έχει αδερφή παντρεμένη με Κύπριο εδώ και 15 χρόνια. Ρώτησα πόσο χρονών είναι η αδερφή και πόσο ο Κύπριος. Εκείνη στα 50 και εκείνος στα 65. Επειδή δεν έχουν μεγάλη διαφορά, η αδερφή της πήρε χαρτιά. Σε άλλους πλέον δεν δίνουν. Εκτός από τους παππούδες που λιμπίζονται φρέσκια σάρκα, υπάρχει και κόσμος που πλήρώνει «κοινοτικούς» (δηλ. πολίτες ΕΕ, Ρουμάνους, ας πούμε) μέχρι και 2.000 ευρώ για να πάρουν χαρτιά. Αλλά πλέον δεν γίνεται αυτό. Η Νίκη ενέκρινε αυτή την πρακτική απαγόρευσης. «Αν όμως δεν μπορείς να πάρεις χαρτιά αλλιώς, γιατί να μην παντρευτείς κάποιον;», τη ρωτούσα, παραβλέποντας το επιχειρηματικό κομμάτι της συμφωνίας. Επέμενε πως δεν ήταν σωστό…

Η Νίκη πρέπει να είναι πάντα χαμογελαστή και χαμογελαστά να αποκρούει όσους απλώνουν χέρι πάνω της, όπως ο θείος μου, άνθρωπος μορφωμένος και έξυπνος. Στη συζήτηση που είχαμε, αφότου επιχείρησε να της πιάσει τη μέση, φάνηκε να έχει μια πολύ συγκεχυμένη και στρεβλή εντύπωση του τι είναι η σεξουαλική παρενόχληση και γιατί φεύγει μια γυναίκα από το σπίτι της στην άλλη άκρη του κόσμου για να έρθει να καθαρίζει τα σκατά του. Ο θείος μου προσφωνεί με ένα εντελώς σεξιστικό όνομα όλες τις φιλιππινέζες οικειακές εργάτριες, αρνούμενος να μάθει τα ονόματά τους. Δουλεύει σε νοσοκομείο και μου περιέγραψε μια παρόμοια σχέση εξουσίας μεταξύ των γιατρών και των νοσηλευτριών. Φαίνεται ότι η μόνη επιθυμία που αναγνωρίζεται στις κυριαρχούμενες γυναίκες είναι η σεξουαλική, και αυτή μόνο όταν θέλει ή όταν προκαλεί τον κυρίαρχο άντρα. Καμία άλλη. Στα υπόλοιπα παραμένει αόρατη και ανώνυμη.

Ήδη πριν κάνουμε την κουβεντούλα, τα πράγματα είχαν να αρχίσει να επιστρέφουν στην οικεία μου καθημερινότητα: το αντικουνουπικό χρειαζόταν το δικό μου χέρι για ν’ ανάψει, το παράθυρο έπρεπε να το κλείσω εγώ, η πετσέτα δεν κρεμιόταν από μόνη της. Και χωρίς να έχω ψευδαισθήσεις για το γεφύρωμα της απόστασης που μας χώριζε, καθήσαμε να φάμε μαζί το φαγητό που είχα μαγειρέψει χωρίς να με βοηθήσει, και να ακούσω τη μιάμιση πληροφορία που είχε να μου πει από αυτό το αόρατο παράλληλο σύμπαν εκμετάλλευσης πάνω στο οποίο στηρίζεται η καταραμένη οικογενειακή γαλήνη.

Τα λέμε στην ΕΡΤ

Υ.Γ. ‘Ενα πολύ ωραίο άρθρο για τις οικιακές εργάτριες διάβασα στο τρέχον τεύχος (#5) του περιοδικού Μιγάδα. Ψάξτε το!

ψωνίζοντας μ’ ανοιχτή παλάμη

(εκτάκτως από Λεμεσό)

Η πολύ προχώ κύπρια γιαγιά μου γεννήθηκε το 1923. Εκείνα λοιπόν τα

το παντοπουλείο

το παντοπουλείο

χρόνια της αγγλικής αποικιοκρατίας το νόμισμα της Κύπρου ήταν η λίρα με τις εξής υποδιαιρέσεις:

1 λίρα=1000 μιλς=20 σελίνια

1 σελίνι=10 γρόσια ή μπακκίρες (το διπλό -κ- είναι φωνητική απόδοση)

1 μπακκίρα=4 δεκάρες

Με όλους τους άλλους νεωτερισμούς και αλλαγές (ηλεκτρικό, σινεμά, apopsiτηλέφωνο, τηλεόραση, αυτοκίνητο, πλυντήριο ρούχων και πιάτων, μίξερ και λοιπές οικιακές ηλεκτρικές συσκευές, και τι δεν είδε αυτή η γενιά!) τα ψιλοκατάφερε η προχώ γιαγιά μου. Το νόμισμα όμως παρέμεινε αυτό της αποικιακής εποχής. Έτσι όταν το 1960 η Κύπρος μαζί με τους Άγγλους έδιωξε και τα σελίνια, υιοθετώντας το απλούστερο σύστημα των κυπριακών λιρών που υποδιαιρούνταν σε 100 σεντς, η φάση δεν κάθονταν με τίποτα. Στο παντοπουλείο, τη στεγασμένη δημοτική αγορά στο κέντρο της Λεμεσού έλεγε στους φίλους της μανάβηδες και λοιπούς εμπόρους να της μεταφράσουν σε ‘ελληνικά’, να μετατρέψουν δηλαδή τα σεντς σε σελίνια για να καταλάβει (η ισοτιμία στη αλλαγή νομίσματος είχε κλειδώσει στα 5 σεντς το σελίνι).

Το ευρώ που ήρθε το 2008 την αποτέλειωσε. Στα 86 της πλέον αδειάζει τα ψιλά στην παλάμη της και παροτρύνει τους εμπόρους του παντοπουλείου να πάρουν το αντίτιμο. Καθώς το κέντρο της Λεμεσού έχει αδειάσει, το παντοπουλείο, παρόλο που ανακαινίστηκε, απέκτησε κλιματισμό και καλύτερες συνθήκες υγιεινής, δεν έχει πια την παλιά του κίνηση. Θαρρώ πως κανένας από τους εμπόρους του δεν είναι κάτω από 60. Έτσι η γιαγιά μου κι οι μαναβαίοι σκύβουν πάνω απ’ την ανοιχτή παλάμη. Κοιτάν τα κέρματα από δω, κοιτάν τα κέρματα από κει, κι ανάθεμα κι αν βγάζουν άκρη…

διακοσμητική ορθογραφία

διακοσμητική ορθογραφία

Published in: on Μαΐου 14, 2009 at 19:29  4 Σχόλια  

Κουΐζ αρ. 1

Η κύπρια γιαγιά μου βρίσκεται με τους συμπεθέρους της στην Αμαλιάδα πριν από τουλάχιστον 25 χρόνια.

Συμπέθερος: Και σπούδασαν όλα τα παιδιά σου;

Γιαγιά (με περηφάνια): Ναι! Εφτά τους έχω, όλοι σπούδασαν!

Συμπέθερος: Α, πρέπει να ‘σαστε πολύ φτωχοί για να σπούδασαν όλοι…

οι καπελωμένοι (;)

Μόλις συνδεθήκατε εκτάκτως με Λεμεσό, όπου στις 2 του Μάη streetlife1διοργανωνόταν το street life festival για τρίτη χρονιά. Οι αφίσες είχαν γεμίσει τις βιτρίνες των καταστημάτων του κέντρου της Λεμεσού (εδώ δεν κολλάνε στους τοίχους). Μα κάτι δεν πήγαινε καλά…

Το φεστιβάλ αυτό, που θα περιλάμβανε δημιουργία γκράφιτι, θα είχε μπάρα για σκέιτ και bmx, θα είχε πίστα για breakdancing και άλλα ‘χάπενινγκς’ διοργανωνόταν από το δήμο Λεμεσού και είχε 17 χορηγούς, με το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο Κύπρου (που άρχισε να λειτουργεί πρόσφατα στην πόλη) να φιγουράρει δίπλα στη Red Bull (!!??!!).

Πέραν τούτου, ένα από τα συνθήματα στα φυλλάδια που μοιράζονταν (είναι και στην ιστοσελίδα) ήταν το εξής μυστηριώδες:

«ΟΧΙ ΣΤΟΥΣ ΑΣΠΡΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ, ΟΧΙ ΣΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ, ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΑ ΚΑΙ ΥΒΡΙΣΤΙΚΑ ΜΗΝΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΚΑΝΟΥΝ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΜΑΣ ΠΙΟ ΑΣΧΗΜΗ»

Τι έγινε ρε παιδιά; Μας πιάσανε;

Το κέντρο της Λεμεσού εγκαταλείπεται από τους κατοίκους του εδώ και τουλάχιστον μια 15ετία. Τα σπίτια γερνάνε και οι πολλοί κληρονόμοι προτιμούν τη βολή ενός διαμερίσματος ή μιας μονοκατοικίας εκτός κέντρου. Ούτε καν οι τουρίστες δεν το επισκέπτονται καθώς οι ανέσεις που προσφέρουν τα υπερπολυτελή ξενοδοχεία στα ανατολικά της πόλης είναι όπως φαίνεται πιο ελκυστικές από τα γραφικά στενάκια του κέντρου. Στην προσπάθεια επανάκτησης της πόλης, το Τεχνολογικό Πανεπιστήμιο της Κύπρου χρησιμοποιεί αποικιακά κτίρια στην καρδιά του κέντρου, αντίθετα στις τάσεις που επικρατούν σε όλη την Ευρώπη να διώχνουν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα -και τα πιθανά προβλήματα που μπορούν να προκαλέσουν- στις παρυφές των πόλεων.

Αυτή ακριβώς η ‘επανάκτηση’ του κέντρου ήταν στους δηλωμένους στόχους του μονοήμερου φεστιβάλ.

χορεύοντας με τον κόκκινο ταύρο

χορεύοντας με τον κόκκινο ταύρο

Η 2α λοιπόν του Μάη, το μεσημέρι με βρίσκει στον επίμαχο δρόμο του φεστιβάλ να παρακολουθώ το εξής οξύμωρο θέαμα: μια πίστα με δυο κονσόλες και μικρόφωνα απ’ όπου ακουγόταν χιπχοπ στη διαπασών. Πάνω δύο ράσταμεν ηχολήπτες (ο ένας τουλάχιστον) και διάφορα παλικάρια με τα χαρακτηριστικά φαρδιά ρούχα. Όλοι προστατεύονταν από τον ήλιο με δυο μεγάλες ομπρέλλες redbull, και πίσω ένα ψυγείο με το ομώνυμο αναψυκτικό.

Κάτω από την πίστα υπήρχε μια άλλη πίστα δερματίνης στην άσφαλτο και πάνω της, στο κέντρο, αυτοκόλλητος ο κόκκινος ταύρος του προαναφερθέντος ποτού. Γύρω γύρω έφηβοι που γρήγορα χωρίστηκαν σε δυο ομάδες που πολύ φιλικά και αγαπητικά διαγωνίζονταν στην εκτέλεση συχνά αρκετά εντυπωσιακών φιγούρων (ή μήπως φιγουρών) breakdance. Από ένδυση, κάποιοι φορούσαν τα απλά (τα δικά μας) και κάποιοι τα άλλα (τα χιπχοπ). Αν τους έβλεπα στο Κάιρο, για τους περισσότερους θα έκοβα το χέρι μου ότι ήταν Άραβες.

Σε κάποια φάση ανέβηκε στην απάνω πίστα ένα σκληροπυρηνικό (ενδυματολογικά και λεκτικά) παλικαράκι και γάμησε το σύστημα. Τροβαδούρος του δρομου, είπε. Δεν τον πείραζε είπε, να συνεχίσουν τα παιδιά να χορεύουν. Κι αυτά πάντα κάτω από την ομπρέλλα του κόκκινου ταύρου…

Τα πράγματα έμελλαν να είναι ακόμη οξυμωρότερα… Αφού έκλεισαν στα p1010881παιδιά τη μουσική (θ’ ακολουθούσε συγκρότημα με έντεχνο ελληνικό, είπαν) προχώρησα στον επίμαχο δρόμο. Πάνω σε πλακάτ λοιπόν με τη φίρμα μιας κατασκευαστικής εταιρείας-χορηγού του φεστιβάλ, τα παιδιά συνέχιζαν τον αγώνα τους κατά του συστήματος, με σπρέυ που τους χορηγούσε το φεστιβάλ. Όταν κουράζονταν, έπαιρναν μια ανάσα στους καναπέδες που σκέπαζε η ομπρέλλα του κόκκινου ταύρου, κι έπιναν το ομώνυμο ρόφημα. Οι πιο έμπειροι και δεινοί ζωγράφοι δρόμου ανέβαιναν σε σκαλωσιές-προσφορά μιας εταιρείας-χορηγού και έκαναν παρεμβάσεις σε τοίχους. Χαμογελαστοί, κουρασμένοι μαύροι, ένας ράσταμαν με μπάφο γιγαντιαίων διαστάσεων ήταν κάποια από τα αποτελέστατα των χορηγημένων σπρέι. Κάπου κάπου έσκαγε και κανα fuck the system, έτσι για να μην ξεχνιόμαστε.

p1010885Δυστυχώς δεν κατάφερα να βρω στο web σχόλια από κάποιον που να θεωρούσε αυτό που έγινε τουλάχιστον… περίεργο. Φυσικά έχω δει τις τιμές στα ρούχα που φοράει ένα τουλάχιστον μέρος των συμμετεχόντων αυτού του τρόπου διαμαρτυρίας κατά του συστήματος. Αλλά ήθελα να πιστεύω πως είναι απλά ένα μέρος και μάλιστα μικρό…

Μου είπαν ότι τα περσινά γκράφιτι τα έσβησαν γιατί δεν άρεσαν στους ιδιοκτήτες των τοίχων. Μάλιστα ένα παλικάρι που είχε συμμετάσχει σε προηγούμενη διοργάνωση, έγραψε ότι εκείνη τη φορά οι ιδιοκτήτες δεν είχαν ερωτηθεί καν. Οπότε πάνε κι οι διακηρύξεις κατά των άσπρων τοίχων.

Στην αναζήτησή μου βρήκα όλες τις εφημερίδες και τους ιστοτόπους να αναπαράγουν ευτυχείς τα δελτία τύπου και να συμπληρώνουν ενθαρρυντικά σχόλια.

Μήπως μόνο εγώ βλέπω κάτι λάθος;

Published in: on Μαΐου 5, 2009 at 20:37  4 Σχόλια