σκατά στους σπιτονοικοκύρηδες, από όπου κι αν προέρχονται

(Αλεξάνδρεια) Χτες ήρθε στο σπίτι μια πανικοβλημένη φίλη. Η θεια της πούλησε το σπίτι που φιλοξενούνταν για να πάει προσκύνημα στη Μέκκα (το προσκύνημα είναι ολόκληρη επιχείρηση που για την Αίγυπτο έχει ταρίφα 50.000 λίρες. Υπάρχει όμως και η επιλογή της όμρα, προσκύνημα που μπορεί να γίνει οποιαδήποτε εποχή του χρόνου κι όχι το μήνα του Ραμαζανιού, το οποίο έχει ταρίφα 20.000 λίρες. Μην κάνετε τη μετατροπή: είναι πολλά, πάρα πολλά λεφτά). Η φίλη πρέπει να μετακομίσει άμεσα. Έκανε λοιπόν το απονενοημένο διάβημα να δώσει σ’ έναν τύπο 400 λίρες μπροστά, που επειδή το σπίτι είναι κοντά στη θάλασσα το νοικιάζει το καλοκαίρι 200 λίρες τη μέρα. Αν μέσα σε δυο μέρες δεν έφερνε τα υπόλοιπα λεφτά (1000 λίρες για το νοίκι, δηλαδή 600 λίρες υπόλοιπο) και 1000 για εγγύηση, οι 400 λίρες θα έκαναν φτερά. Επιπλέον, στην πορεία, ο μεσίτης που της έκανε το κονέ ήθελε κι αυτός άλλες 1000 λίρες (ένα ενοίκιο). Της είπε ότι δεν θα ήταν μόνο για εκείνον: πήρε τηλέφωνο άλλους δυο μεσίτες για να της βρει το σπίτι, οπότε το ποσό θα μοιραζόταν. Η φίλη ήρθε απελπισμένη στο σπίτι μου.

Βρίσκομαι σε μια λαϊκή γειτονιά και μένω σε ένα συγκρότημα εργατικών πολυκατοικιών. Το κτίριο που μένω έχει πέντε ορόφους, χωρίς ασανσέρ φυσικά, και δυο εισόδους που αντιστοιχούν σε 10 διαμερίσματα η καθεμιά (δυο διαμερίσματα στον όροφο). Κάθε διαμέρισμα έχει δυο δωμάτια, κουζινάκι και τουαλέτα. Στην απέναντι εργατική πολυκατοικία, τα διαμερίσματα  είναι μεγαλύτερα και προορίζονταν για οικογένειες, ενώ η δική μας για νεαρά ζευγάρια. Φυσικά τα νεαρά ζευγάρια έκαναν παιδιά, έτσι στο από κάτω διαμέρισμα οι γείτονες έχουν τέσσερα, ενώ στο άλλο η γειτόνισσα μεγάλωσε σε αυτό τα έξι παιδιά της.

το δωμάτιό μου

το δωμάτιό μου: φανταστείτε το με στρώματα πάνω κάτω και 10 άτομα

Στην περιοχή καταφεύγουν φτωχοί φοιτητές και φοιτήτριες. Οι σπιτονοικοκύρηδες έχουν βρει καταπληκτική επιχειρηματική ιδέα: γεμίζουν τα διαμερίσματα κρεβάτια και νοικιάζουν το κρεβάτι 150-300 λίρες το μήνα. Αυτή την επιχείρηση θέλει να κάνει κι ο γαμοσπιτονοικοκύρης μου, που αγόρασε το διαμέρισμα που μένω το Φλεβάρη για επένδυση. Έχει βάλει στα δυο δωμάτια τρεις κουκέτες στο ένα και δυο στο άλλο: σύνολο 10 κρεβάτια όπου θα μείνουν από το Σεπτέμβρη 10 φοιτήτριες με 300 λίρες η καθεμιά. Θέλει να παίρνει δηλαδή για τα δυο δωμάτια 3.000 λίρες, ενώ ο μισθός 12ωρου που δουλεύουν οι περισσότεροι νέοι/ες είναι 1.000 λίρες (χωρίς ασφάλεια φυσικά). [Σημειωτέον εγώ πληρώνω 900 λίρες (90 ευρώ), που είναι πολλά λεφτά για την Αίγυπτο, αλλά δεδομένου ότι τα σπίτια είναι υπερτιμημένα, είναι καλά.]

(περισσότερα…)

Advertisements

σύγχρονο δουλεμπόριο: κουβεντούλα με μια οικιακή εργάτρια

Περιμένοντας λοιπόν τηλεφώνημα για να πάω να πιω το καφεδάκι μου μπροστά στην ΕΡΤ (είμαι Αθήνα από χτες και πήγα ΕΡΤ πρωί και βράδυ και πάρα πολύ χάρηκα), θα ‘θελα να γράψω μια άλλη ιστορία, υπόγεια και καθημερινή.

Την προηγούμενη βδομάδα λοιπόν πήγα για μια βδομάδα Κύπρο, να δω τη γιαγιά μου και την εκεί οικογένειά μου. Η γιαγιά μου είναι 90 χρονών και την προσέχει μια κοπελιά από τις Φιλιππίνες, που είναι η τέταρτη ή πέμπτη που αναλαμβάνει το ίδιο πόστο. Δεν μπορούσα να την πείσω να μην ασχολείται με την πάρτη μου και να μη με υπηρετεί, αλλά πριν φύγω καταφέραμε να φάμε στο ίδιο τραπέζι και να μιλήσουμε.

Τα πράγματα γίνονταν αυτόματα μες στο σπίτι. Ξέχασα την πετσέτα μου πάνω στο κρεβάτι και βρέθηκε κρεμασμένη στο μπάνιο. Πήγαινα το βράδυ ν’ ανάψω το αντικουνουπικό κι εκείνο ήταν ήδη αναμμένο. Τα πιάτα εξαφανίζονταν από το νεροχύτη, μαζί με τα ποτήρια που «έκρυβα» στο πλάι του καναπέ (για να τα πάω μετά στην κουζίνα). Μια συνεχή και αδιάκοπη εργασία από έναν άνθρωπο αόρατο.

Η γιαγιά μου δεν μπορούσε να μάθει το όνομα της κοπελιάς («Νίκη». Δεν τη ρώτησα κι εγώ το πραγματικό της…). «Είναι χαρούμενη τώρα που ήρθες», μου έλεγε η πάντα χαμογελαστή Νίκη (ένα συνεχές πρέπει, ακόμη και για το χαμόγελο). «Όταν θα φύγεις θα ξαναρχίσει να μου φωνάζει». Το αλτσχάιμερ βγάζει επιθετικότητα στη γιαγιά μου. Φαίνεται όμως ότι της τη βγάζει μόνο εκεί που την παίρνει: στη Νίκη, που δεν έχει όνομα ούτε προσωπικότητα. ΄Αραγε την έχει ρωτήσει κανείς από τους συγγενείς μου πώς έφτασε στην Κύπρο; Μάλλον όχι.

Η Νίκη λοιπόν πλήρωσε 2.500 δολάρια στο μεσίτη (ατζέντη) στις Φιλιππίνες και στην Κύπρο (κάπου τόσο πάει και για να σε περάσουν τα σύνορα από το Μεξικό για τις ΗΠΑ). Υπάρχουν πολλοί μεσίτες για διαφορετικές χώρες. Εκείνη ήθελε να πάει στην Ιταλία που της είχαν πει ότι ήταν καλύτερα, αλλά πας πιο δύσκολα. Ο μεσίτης στην Κύπρο είναι υπεύθυνος να τους βρει δουλειά, κι έπειτα ευθύνεται για την ασφάλειά τους (σε αυτόν θα απευθυνθούν για να παραπονεθούν για τη συμπεριφορά του αφεντικού και αυτός αναλαμβάνει να κάνει την καταγγελία). ‘Όταν βρεθεί ο εργοδότης, αναλαμβάνει να δώσει στο μεσίτη 1.500 ευρώ, τα οποία άτυπα μοιράζεται με την εργάτρια (στην περίπτωση της Νίκης, 700 πληρώνει ο θείος μου και 800 η ίδια), τα οποία αφαιρεί από το μισθό της που ανέρχεται στα 330 ευρώ το μήνα (οπότε μέχρι την αποπληρωμή, η Νίκη θα πληρώνεται 130 ευρώ). Παίρνει βίζα για τέσσερα χρόνια (στοιχίζει 105 ευρώ) και σε αυτό το διάστημα δικαιούται να αλλάξει συγκεκριμένο αριθμό εργοδοτών (θαρρώ τρεις). Η Νίκη είναι στον τρίτο εργοδότη, γιατί από την πρώτη δουλειά έφυγε και στη δεύτερη δουλειά πέθανε η καρδιακή γιαγιά που πρόσεχε. Οπότε εύχεται για τα επόμενα τρία χρόνια να μην πεθάνει η γιαγιά μου…

Η Νίκη είναι σαράντα χρονών και κοιμάται με τη γιαγιά μου. ‘Ενας μέσος μισθός στις Φιλιππίνες είναι 250 ευρώ, αλλά εκείνη δεν πήγε ούτε λύκειο γιατί ήταν ακριβό (δεν το ξεκαθαρίσαμε αν είναι ιδιωτικά τα σχολεία). ΄Εχει ρεπό μια φορά τη βδομάδα που το περνάει σε ένα διαμέρισμα που νοικιάζουν πολλές μαζί (εκείνη δίνει 12 ευρώ το μήνα). Εκεί μπορεί να μείνει και στα μεσοδιαστήματα της αλλαγής εργοδότη.

Η Νίκη ήρθε στην Κύπρο και για έναν επιπλέον λόγο: έχει αδερφή παντρεμένη με Κύπριο εδώ και 15 χρόνια. Ρώτησα πόσο χρονών είναι η αδερφή και πόσο ο Κύπριος. Εκείνη στα 50 και εκείνος στα 65. Επειδή δεν έχουν μεγάλη διαφορά, η αδερφή της πήρε χαρτιά. Σε άλλους πλέον δεν δίνουν. Εκτός από τους παππούδες που λιμπίζονται φρέσκια σάρκα, υπάρχει και κόσμος που πλήρώνει «κοινοτικούς» (δηλ. πολίτες ΕΕ, Ρουμάνους, ας πούμε) μέχρι και 2.000 ευρώ για να πάρουν χαρτιά. Αλλά πλέον δεν γίνεται αυτό. Η Νίκη ενέκρινε αυτή την πρακτική απαγόρευσης. «Αν όμως δεν μπορείς να πάρεις χαρτιά αλλιώς, γιατί να μην παντρευτείς κάποιον;», τη ρωτούσα, παραβλέποντας το επιχειρηματικό κομμάτι της συμφωνίας. Επέμενε πως δεν ήταν σωστό…

Η Νίκη πρέπει να είναι πάντα χαμογελαστή και χαμογελαστά να αποκρούει όσους απλώνουν χέρι πάνω της, όπως ο θείος μου, άνθρωπος μορφωμένος και έξυπνος. Στη συζήτηση που είχαμε, αφότου επιχείρησε να της πιάσει τη μέση, φάνηκε να έχει μια πολύ συγκεχυμένη και στρεβλή εντύπωση του τι είναι η σεξουαλική παρενόχληση και γιατί φεύγει μια γυναίκα από το σπίτι της στην άλλη άκρη του κόσμου για να έρθει να καθαρίζει τα σκατά του. Ο θείος μου προσφωνεί με ένα εντελώς σεξιστικό όνομα όλες τις φιλιππινέζες οικειακές εργάτριες, αρνούμενος να μάθει τα ονόματά τους. Δουλεύει σε νοσοκομείο και μου περιέγραψε μια παρόμοια σχέση εξουσίας μεταξύ των γιατρών και των νοσηλευτριών. Φαίνεται ότι η μόνη επιθυμία που αναγνωρίζεται στις κυριαρχούμενες γυναίκες είναι η σεξουαλική, και αυτή μόνο όταν θέλει ή όταν προκαλεί τον κυρίαρχο άντρα. Καμία άλλη. Στα υπόλοιπα παραμένει αόρατη και ανώνυμη.

Ήδη πριν κάνουμε την κουβεντούλα, τα πράγματα είχαν να αρχίσει να επιστρέφουν στην οικεία μου καθημερινότητα: το αντικουνουπικό χρειαζόταν το δικό μου χέρι για ν’ ανάψει, το παράθυρο έπρεπε να το κλείσω εγώ, η πετσέτα δεν κρεμιόταν από μόνη της. Και χωρίς να έχω ψευδαισθήσεις για το γεφύρωμα της απόστασης που μας χώριζε, καθήσαμε να φάμε μαζί το φαγητό που είχα μαγειρέψει χωρίς να με βοηθήσει, και να ακούσω τη μιάμιση πληροφορία που είχε να μου πει από αυτό το αόρατο παράλληλο σύμπαν εκμετάλλευσης πάνω στο οποίο στηρίζεται η καταραμένη οικογενειακή γαλήνη.

Τα λέμε στην ΕΡΤ

Υ.Γ. ‘Ενα πολύ ωραίο άρθρο για τις οικιακές εργάτριες διάβασα στο τρέχον τεύχος (#5) του περιοδικού Μιγάδα. Ψάξτε το!