παζάρια της ανατολής, ταξική δικαιοσύνη και σουπερμάρκετ

(Αλεξάνδρεια) Ανέκαθεν απεχθανόμουν τα παζάρια, ή μάλλον καλύτερα το παζάρεμα. Θεωρούσα ότι σε κάθε περίπτωση ο πωλητής/ια θα με πιάσει κότσο, ότι θα πληρώσω διπλάσιο. Απεχθανόμουν αυτό το σαράκι που σε τρώει αφότου αγοράσεις κάτι: συνεχίζεις ν’ αναρωτιέσαι αν θα μπορούσες να το είχες πάρει σε καλύτερη τιμή, αν σε κορόιδεψαν. «Καλύτερη τιμή», «κοροϊδία»… Ας τα κρατήσουμε αυτά τα δύο κι ας πάμε παρακάτω.

Όταν έφτασα πριν 8 χρόνια στο Κάιρο, το 2008, με σκοπό να περάσω το χειμώνα μου εκεί (εδώ λέω το πώς και το γιατί) έμεινα σε μια γειτονιά του κέντρου, το Μπαμ ελ Λουκ (αυτό το ‘κ’ δεν προφέρεται στα αιγυπτιακά αραβικά), η οποία σήμερα συνιστά στρατιωτικοποιημένη ζώνη και σίγουρα καθόλου ελκυστική περιοχή για να μείνει κανείς. Καθώς κανείς απ’ όσους ρωτούσα δεν μιλούσε αραβικά, μου πήρε σχεδόν δυο μήνες να μάθω ότι το καμένο κτίριο που έβλεπα απ’ το παραθύρι μου ήταν η Γερουσία και το διπλανό το κοινοβούλιο. Το κτίριο είχε καεί λίγους μήνες πριν, τον Αύγουστο, και ο κόσμος που είχε μαζευτεί για να δει και να ευχαριστηθεί τη φωτιά ήταν τόσο πολύς που δεν μπορούσαν να περάσουν τα πυροσβεστικά, τα οποία άργησαν τόσο ώστε το κτίριο να καταστραφεί ολοσχερώς.

Κοντά μου ήταν η ήδη παρηκμασμένη κλειστή αγορά του Μπαμπ ελ Λουκ, που εγκαινιάστηκε το 1912 και έλκυε τότε την πλούσια πελατεία της Αιγύπτου. Το 2008 ήταν ένα βρώμικο και σκοτεινό μέρος που απευθυνόταν στην εργατική τάξη. Προς μεγάλη μου ενόχληση έπρεπε να παζαρέψω ακόμη και τις ντομάτες και τ’ αγγούρια.

Σιγά σιγά έμαθα τις τιμές, έμαθα και κάποια βασικά αραβικά, συνήθισαν και τη φάτσα μου οι πωλητές. Το ζήτημα ωστόσο του παζαρέματος παρέμενε σε άλλα πράγματα που μπορεί να ήθελα να αγοράσω.

Όταν έφτασα τον Ιούνιο του 2009 στο πιο όμορφο μέρος που έχω επισκεφτεί ποτέ, την παλιά πόλη της Σαναά, στην Υεμένη, με σκοπό να περάσω το καλοκαίρι, έμεινα κοντά στη νότια πύλη της πόλης (πλέον δεν υπάρχουν τα τείχη, αλλά η ονομασία έχει παραμείνει). Ήμουν η μοναδική ξένη στην πόλη, ή ίσως υπήρχε άλλη μία (τη συνάντησα μια δυο φορές στο δρόμο, αλλά όταν αποφάσισα να της μιλήσω δεν την ξαναβρήκα). Στην παρακείμενη υπαίθρια αγορά, ένα τεράστιο τσούρμο μαζεύτηκε γύρω μου την πρώτη μέρα που πήγα ν’ αγοράσω κάτι, πατάτες αν θυμάμαι καλά. Πόσο θα τ’ αγόραζα; Τι παζάρι θα έκανα; Η επίδοσή μου μάλλον ήταν καλή και οι παρευρισκόμενοι δεν με ακολούθησαν στις υπόλοιπες αγορές μου εκείνη την ημέρα.

Ας έρθουμε λοιπόν στο προκείμενο. Ποιον ωφελούν οι σταθερές τιμές; Από πού εκπορεύεται ο λόγος που έχει επιβάλει την περιφρόνηση του παζαρέματος; Πώς καταλήξαμε να θεωρούμε ότι οι σταθερές τιμές συνδέονται με την ειλικρίνεια, ή κάποια μορφή της, ενώ το παζάρεμα με την κοροϊδία.

Οι σταθερές τιμές ωφελούν αυτούς που έχουν κάπως περισσότερα λεφτά από τον πολύ κόσμο. Δεν έχουν σχέση με το χονδρικό εμπόριο, γιατί εκεί πέφτει παζάρι, δεν έχουν σχέση με αυτούς που έχουν πολλά λεφτά, γιατί αυτούς δεν θα τους συναντήσουμε ούτως ή άλλως στα μέρη που κυκλοφορούμε εμείς οι απλοί θνητοί.

Αλλά θεωρώ πως κυριότερος σκοπός της ρητορικής που υποστηρίζει τη σταθερή τιμή είναι άλλος: η καταδίκη ως απολίτιστης, αναχρονιστικής και βάρβαρης μιας ολόκληρη κουλτούρας: της κουλτούρας του παζαριού σε σχέση με τα μαγαζιά και, ακόμη χειρότερα, με τα εμπορικά κέντρα. Χαρακτηρίζει τους πωλητές του υπαίθριου εμπορίου και των παζαριών ως απατεώνες και καιροσκόπους. Με το πονηρό τους μάτι «κόβουν» τον πελάτη και του λένε μια τιμή. Το κράτος, στην υποτιθέμενη προσπάθειά του να πατάξει το παραεμπόριο (για την ακρίβεια ν’ αποσπάσει περισσότερα κέρδη παρανομοποιώντας το), εκτός από το φυσικό κυνήγι των μικροπωλητών επιδίδεται και στη δυσφήμισή τους (δεν ξέρω αν θυμάται κανείς αντίστοιχες φάσεις με τη δυσφήμιση προϊόντων όπως το λάδι του τενεκέ, που παίρνεις απ’ τον παραγωγό, σε σχέση το τυποποιημένο: σ’ αυτή την περίπτωση ο παραγωγός σου έδινε κατά κανόνα σκάρτο πράμα, ενώ στο ράφι του σουπερμάρκετ βρισκόταν το σωστό προϊόν). Είναι απατεώνες, τελεία.

Κατ’ επέκταση, η πολιτισμένη Δύση καταδικάζει συλλήβδην ως απολίτιστες όλες τις περιοχές του πλανήτη που κρατάνε την κουλτούρα του παζαρέματος ως καθημερινή κουλτούρα, ως κομμάτι του πολιτισμού: οι ντόπιοι όταν παν να πάρουν κάτι ακριβό, ο πωλητής θα τους φτιάξει τσάι και μπορεί να το συζητάνε για ώρες. Στο τέλος θα βγουν και οι δύο πλευρές ευχαριστημένες, γιατί το αποτέλεσμα βασίζεται σε μια αμοιβαία συμφωνία μεταξύ ενηλίκων. Ολόκληρα κεφάλαια σε ταξιδιωτικούς οδηγούς προειδοποιούν τους πολιτισμένους λευκούς πώς πρέπει ν’ αντιμετωπίζουν τους απατεώνες αλλόχρωμους. Και η καχυποψία φτάνει σε τέτοιο βαθμό που και δεν ευχαριστιέσαι το ταξίδι και μπορεί να φτάσεις να διαπληκτίζεσαι για λεφτά που μεταφράζονται σε μερικά λεπτά του ευρώ (το έχω δει!). Γιατί θεωρείς ότι ο απέναντί σου σε περνάει για χαζή/ό κι εσύ θεωρείς ότι πρέπει ν’ αποδείξεις πως είσαι έξυπνη/ος.

Η ερώτηση που απεχθανόμουν, και συνεχίζει να με φέρνει σε αμηχανία, είναι το «εσύ πόσα δίνεις;». Μπορεί να φαίνεται παράξενη σ’ όσες κι όσους έχουμε εμπεδωμένη τη ρητορική των σταθερών τιμών, αλλά είναι μια πολύ σωστή ερώτηση. Το ζήτημα στην αγοραπωλησία είναι να βγουν και τα δύο μέρη ευχαριστημένα από τη συναλλαγή. Πες μου πόσα δίνεις για να δούμε πού θα τα βρούμε.

Ο πωλητής όντως μπορεί να σε ‘κόψει’ και να σου δώσει μια τιμή για το πορτοφόλι σου. Αν δεν είχες στο κεφάλι σου ότι πρέπει να πληρώσεις τα ίδια με τον φτωχότερο από σένα κι ότι είναι δίκαιο να πληρώνετε το ίδιο δεν θα διαμαρτυρόσουν ούτε θα θεωρούσες ότι σε πιάνουν κότσο. Κι αυτό ακριβώς κάνει ο κόσμος: συμφωνεί την τιμή και τέλειωσε.

Στην αγορά της γειτονιάς μου μού έχει τύχει να πουν διαφορετική τιμή σ’ εμένα για τα λεμόνια και διαφορετική σε μια ηλικιωμένη γυναίκα που ήρθε κλάσματα δευτερολέπτου μετά από μένα. Πήραμε κι οι δύο ένα τέταρτο του κιλού κι εγώ πλήρωσα μια λίρα παραπάνω (δηλαδή 10 λεπτά). Καμιά κοροϊδία. Εμένα μου είχε πει την τιμή και είχα συμφωνήσει και στην σαφώς φτωχοντυμένη γυναίκα μετά από μένα είχε πει άλλη τιμή κι είχε κι εκείνη συμφωνήσει. Μου έχει τύχει στο λεωφορειάκι να μου πει ο οδηγός μισή λίρα παραπάνω σε διαδρομή που ξέρω πόσο κοστίζει. Σε ο,τιδήποτε άλλο αγοράζω θ’ ακούσω την τιμή. Αν είμαι ευχαριστημένη το παίρνω, αν τα θεωρώ πολλά, το ρίχνω, αν δεν πέφτει πάω αλλού. Τόσο απλό.

Και μη νομίζετε πως δεν έχει κι εδώ την εφαρμογή της αυτή η λογική. Η καλή μου συγκάτοικος είναι 23 χρονών. Αγοράζει τα πάντα από το Καρφούρ και το αραβικό αντίστοιχό του, το Φατχάλλα. Όταν τη ρώτησα γιατί το κάνει αυτό, καθώς όλα όσα παίρνει θα μπορούσε να τα βρει και στη γειτονιά μας, μου είπε ότι θέλει να βλέπει τις τιμές, να ξέρει πόσα πληρώνει και να της δίνουν απόδειξη (κι αυτό για να μη σχολιάσω ότι προτιμά το ψωμί του τοστ, από ό,τι φρέσκο και χωρίς συντηρητικά ψωμοειδές υπάρχει στη γειτονιά μας)… Περιττό να σας πω ότι στο κέντρο της Αλεξάνδρειας υπάρχουν μόνο σουπερμάρκετ…

(ίσως θα έπρεπε να διανθίσω αυτή την ανάρτηση με φωτογραφίες παζαριών, αλλά βαριέμαι!)

Υ.Γ. Για να ενσωματώσω το πολύ σωστό σχόλιο μιας φίλης, ο φετιχισμός του εμπορεύματος είναι δεδομένος στο κείμενο. Δεν μ’ ενδιαφέρει στην προκειμένη πώς καθορίζεται η τιμή, αλλά πόσοι τρόποι υπάρχουν για εσωτερική και εξωτερική κατάκτηση…

Advertisements
Published in: on Αύγουστος 11, 2016 at 15:39  Σχολιάστε  

The URI to TrackBack this entry is: https://sindesimecairo.wordpress.com/2016/08/11/%cf%80%ce%b1%ce%b6%ce%ac%cf%81%ce%b9%ce%b1-%cf%84%ce%b7%cf%82-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%84%ce%bf%ce%bb%ce%ae%cf%82-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%cf%84%ce%b1%ce%be%ce%b9%ce%ba%ce%ae-%ce%b4%ce%b9%ce%ba%ce%b1%ce%b9/trackback/

RSS feed for comments on this post.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: