από το ξάφνιασμα προς το(ν) ξένο μέχρι το ρατσισμό

Η παλιά πόλη της Σάναα (πρωτεύουσα της Υεμένης) δεν είχε πολλούς ξένους κατοίκους. Στους τέσσερις μήνες που έμεινα το καλοκαίρι του 2009 είδα μια μόνο γυναίκα ξένη που κυκλοφορούσε χωρίς μπούργκα στα στενά της μαγευτικής αυτής πόλης. Τη δεύτερη φορά που συναπαντηθήκαμε τη χαιρέτησα και με χαιρέτησε και ήμουν αποφασισμένη όταν θα την ξανασυναντούσα να της πιάσω την κουβέντα. Αλλά δεν ξαναβρεθήκαμε. Ο ξένος κάτοικος (δηλ. μη τουρίστας) ήταν κάτι σπάνιο. Ίσως να ήμουν μόνο εγώ. Οι φιλόξενοι κάτοικοι της παλιάς πόλης σε καμιά φάση δεν με έκαναν να αισθανθώ άβολα. Δεν ήμουν μία από αυτούς και μου το καθιστούσαν σαφές. Ήμουν κάτι ξεχωριστό, κάτι ξέχωρο, που όμως μπορούσα να έχω μια ισότιμη σχέση μαζί τους που ανακαλύπταμε παρέα τα όρια και τις δυνατότητές της.

Ωστόσο συνέβαινε κάτι ενδιαφέρον: ποτέ κανένα μωρό δεν είχε θετική αντίδραση απέναντί μου. Αν έμενα σε απόσταση απλά με κοιτούσε περίεργα. Αν έκανα να πλησιάσω άρχιζε να κλαίει. Όχι απλά γιατί ήμουν μια γυναίκα που δεν ήξερε (τα παιδιά στην παλιά πόλη της Σάναας μεγαλώνουν κοινοτικά, στην αγκαλιά πολλών γυναικών), αλλά γιατί ήμουν ξένη. Το συζητούσαμε με τους γείτονές μου που είχαν παρατηρήσει κι εκείνοι με έκπληξη αυτή την αντίδραση. Ποιο στοιχείο μου ήταν αυτό που τρόμαζε τα μωρά; Πολλές γυναίκες στη Σάναα ήταν πιο λευκές από μένα, οπότε δεν ήταν η λευκότητα∙ τα μωρά τους τις έβλεπαν συνήθως χωρίς μπούργκα, οπότε δεν ήταν το ακάλυπτο πρόσωπό μου∙ μήπως ήταν τα γυαλιά που πραγματικά πολύ λίγοι φορούσαν; Μυστήριο…

Η αντίδραση αυτή επαναλήφθηκε σε κοινότητες του Μεξικού όπου ο ξένος ήταν σπάνιος. Χρειαζόμουν πολλή δουλειά για να με συνηθίσουν τα πιτσιρίκια, ενώ με τα μωρά ήταν σχεδόν αδύνατη οποιαδήποτε βελτίωση. Αλλά εκεί όντως φαινόμουν πιο ξένή. Ήμουν σαφώς πιο λευκή από τις γυναίκες του περιβάλλοντός τους, είχα εντελώς διαφορετικά ρούχα, είχα διαφορετική μυρωδιά. Οι αντιδράσεις αυτές με κάνουν να πιστεύω πως ως άνθρωποι ίσως να έχουμε μια φυσική επιφυλακτική αντίδραση προς το ξένο, το αλλότριο, την οποία εντασσόμενοι στις κοινωνίες μας μαθαίνουμε να διαχειριζόμαστε με εργαλεία που μας δίνουν οι ίδιες οι κοινωνίες των οποίων γινόμαστε μέλη. Το πιτσιρίκι αισθάνεται το ίδιο ξάφνιασμα και την ίδια αποστροφή με κάποιον Δυτικό που πάει στο Μεξικό και βλέπει κόσμο να τρώει ζωντανά έντομα (μείνετε συντονισμένοι για τα βιντεάκια που θα ανεβούν προσεχώς). Ο ρατσισμός θαρρώ πως μπορεί να είναι ανάμεσα σε αυτά τα εργαλεία, αλλά δεν παρέχεται ως τέτοιο από όλες τις κοινωνίες. Παρέχεται από τις ρατσιστικές κοινωνίες. Από το (ενδεχομένως) φυσικό ξάφνιασμα προς το(ν) ξένο μέχρι το ρατσισμό η απόσταση είναι μεγάλη.

Οι ρατσιστικές κοινωνίες αποπειρώνται να δημιουργήσουν ένα ομοιογενές σύνολο εντός του οποίου οι διαφορές αποσιωπούνται ή δεν αναδεικνύονται ως σημαντικές. Ανάλογα με τα χαρακτηριστικά που κάθε φορά και σε κάθε τόπο αναδεικνύονται ως τα κύρια συνεκτικά στοιχεία της ομάδας ορίζεται η εχθρική και απειλητική ετερότητα, εκείνος ο άλλος που δεν είναι απλά ξένος, αλλά απειλεί την ακεραιότητα και την ίδια την ύπαρξη του συνόλου. Αν το κύριο συνεκτικό στοιχείο της ομάδας είναι η οικονομική πρόοδος και η παραγωγικότητα, ως εχθρικοί άλλοι ορίζονται οι ομάδες που δεν μπαίνουν σε αυτό το καλούπι: άνεργοι, γυναίκες με οικειακή εργασία (που δεν αναγνωρίζεται ως τέτοια ακριβώς γιατί δεν χωράει στον ορισμό της παραγωγικότητας), ιθαγενείς (στην περίπτωση του Μεξικού), τσιγγάνοι (στην περίπτωση της Ελλάδας), φοιτητές, άτομα με ειδικές ανάγκες, ηλικιωμένοι (τα αναφέρω με τυχαία σειρά). Αν το βασικό συνεκτικό στοιχείο της ομάδας είναι η οικογένεια ως εχθρικοί άλλοι ορίζονται όσοι δεν μπαίνουν σε αυτό το καλούπι: ομοφυλόφιλοι, άτεκνα ζευγάρια, εργένηδες και πάει λέγοντας.

Στην περίπτωση της ελληνικής κοινωνίας, ο ρατσισμός θαρρώ πως είναι ένα εργαλείο με τον οποίο δημιουργώνταν εχθρικοί έτεροι ήδη από την ίδρυση του ελληνικού κράτους: με τα συνεκτικά στοιχεία του έθνους ως ελληνική γλώσσα, ορθόδοξη θρησκεία, λευκότητα δέρματος, από ίδρυσης του ελληνικού κράτους αποκλείστηκαν ως εχθρικοί-απειλητικοί άλλοι και έγιναν αντικείμενο ρατσιστικής συμπεριφοράς οι αλλόγλωσσοι έλληνες πολίτες (τουρκόφωνοι, σλαβόφωνοι, ρομά κλπ), οι μη χριστιανοί ορθόδοξοι (μουσουλμάνοι, εβραίοι, καθολικοί), και οι μη λευκοί έλληνες πολίτες. Ως εχθρικοί και απειλητικοί προς την ελληνική οικογένεια θεωρήθηκαν κατεξοχήν οι ομοφιλόφυλοι αλλά και οι φεμινίστριες, οι αγωνίστριες της χειραφέτησης, που μιλούσαν για την οικογένεια με όρους διαφορετικούς. Στις τελευταίες δεκαετίες το συνεκτικό στοιχείο της προόδου και της παραγωγικότητας βρήκε επίσης τους εχθρούς του (βλ. στην προηγούμενη παράγραφο). Ο κατάλογος αυτός μπορεί να συνεχιστεί για να προσδιοριστούν οι κάθε φορά απειλητικοί άλλοι, με τη χρήση ενός εργαλείου που από την ίδρυση του ελληνικού κράτους ήταν εκεί: αυτό του ρατσισμού. Δεν έγινε η ελληνική κοινωνία (επιτρέψτε μου τη χρήση του όρου για την ώρα) ρατσιστική από τη δεκαετία του ’90 και εξής: ήταν ανέκαθεν (το ανέκαθεν σημαίνει από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και εξής, καθώς πριν δεν υπήρχε ελληνική κοινωνία).

Έχει άραγε σημασία το αριθμητικό πλήθος αυτών των άλλων; Αν γίνονται πολλοί, πιο εμφανείς και αρχίσουν να διεκδικούν αυξάνεται ή δημιουργείται ρατσισμός απέναντί τους; Θαρρώ πως δεν έχει σημασία. Ο ρατσισμός είναι ήδη εκεί και ορίζει ποιος μπορεί να έχει λόγο και δικαιώματα. Όσο τα αντικείμενα του ρατσισμού είναι λίγα, δεν μιλάνε και δεν ενοχλούνε, ίσως η συμπεριφορά των αυτοδίκαιων φορέων του λόγου και των δικαιωμάτων να μην είναι εχθρική απέναντί τους. Αυτό δεν σημαίνει ότι θεωρούνται ίσοι ή ισότιμοι ή ότι ο ρατσισμός δεν είναι εκεί. Ένα χωριό μπορεί να ανεχτεί τον ομοφυλόφιλό του, χωρίς αυτός να θεωρείται ισότιμος. Μια καλημέρα θα του την πούνε, μπορεί να πιουν κι ένα καφέ μαζί του, αλλά εννοείται ότι δεν θα του αφήσουν τα παιδιά τους να τα προσέχει ούτε θα τον κάνουν κουμπάρο. Ο ρατσισμός είναι εκεί. Αν ο ένας γίνουν δέκα και αποφασίσουν ν’ ανοίξουν ένα γκέι φρέντλυ μπαρ για την περιοχή, ο ρατσισμός θα γίνει εμφανώς πιο βίαιος, το μαγαζί θα δεχτεί επίθεση και θα δοθεί κι ένα χέρι ξύλο στους πελάτες του γιατί πολύ αέρα τους δώσαμε. Οπότε θαρρώ πως το αριθμητικό πλήθος των εχθρικών-απειλητικών άλλων δεν παίζει ρόλο. Ιδιαίτερα στην Ελλάδα από τη δεκαετία του ’90 και εξής, θεωρώ ότι συνιστά άμεση και αβασάνιστη αναπαραγωγή του κυρίαρχου λόγου: δεν είμαστε ρατσιστές, αυτοί έχουν γίνει πολλοί, δημιουργούν προβλήματα και η Ελλάδα δεν τους χωράει.

Θαρρώ επίσης ότι ένα βασικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι ότι θεωρεί τα αντικείμενά του κάτι λιγότερο από ανθρώπους, όντα παρασυρμένα και μη αυτόβουλα, προβληματικά, απόβλητα, χωρίς αξιοπρέπεια (οπότε δεν τίθεται ζήτημα να γίνει σεβαστό κάτι που δεν υπάρχει), που ακριβώς επειδή είναι κάτι λιγότερο από άνθρωποι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως ίσοι, δεν γίνεται να είναι υποκείμενα δικαιωμάτων. Σε καθεμιά από τις κατηγορίες αντικειμένων ρατσισμού που αναφέρθηκαν, μπορούν να αναγνωριστούν αυτά τα όντα που είναι κάτι λιγότερο από άνθρωποι. Αυτή η ειδοποιός διαφορά μπορεί ίσως να δώσει ένα γρήγορο διαχωρισμό του ρατσισμού από την απλή αντιπάθεια: διάφορες ομάδες μπορεί να μη συμπαθιούνται μεταξύ τους, να θεωρούν τις άλλες ομάδες κατώτερες, αλλά όταν θεωρούν τα μέλη μιας άλλης ομάδας κάτι λιγότερο από ανθρώπους, εκεί το πράγμα αλλάζει.

Σαν πολύ να μίλησα. Προφανώς δεν θ’ ανακαλύψω τον τροχό. Υπάρχουν μελέτες για το ρατσισμό που απλά θα μπορούσα να διαβάσω. Έχει όμως ένα ενδιαφέρον ν’ ανακαλύπτεις τον τροχό, έχει ένα γούστο παραπάνω από το να τον παίρνεις έτοιμο. Ίσως βέβαια αν τον πάρεις έτοιμο, να μπορείς να μπεις στην ακόμη πιο ενδιαφέρουσα διαδικασία να κινήσεις το κάρο και να πας κάπου. Κι ίσως αυτά απλά να τα λέω γιατί είμαι τεμπέλα και βαριέμαι να διαβάσω. Κι ίσως εσείς που έχετε διαβάσει πέντε πράγματα ή έχετε σκεφτεί κάτι άλλο, να θέλετε να το μοιραστείτε σχολιάζοντας το παρόν κειμενάκι (πολύ θα χαρώ).

Η ανάρτηση αφιερώνεται σε μια πολύ όμορφη και κεφάτη ομάδα που αποφάσισε να δουλέψει βιωματικά το ζήτημα του ρατσισμού, που σε συνάντηση της οποίας γεννήθηκαν οι σκέψεις του κειμένου. Αφιερώνεται επίσης σ’ ένα ανοιχτό και φιλόξενο κοινωνικό χώρο όπου μπορούμε να βρισκόμαστε για να διαφωνούμε και να προβληματιζόμαστε. Θα προσπαθήσω να τη διαχειριστώ την ξερολίασή μου παιδιά! Σας το υπόσχομαι!

Advertisements
Published in: on Οκτώβριος 9, 2012 at 16:31  8 Σχόλια  

The URI to TrackBack this entry is: https://sindesimecairo.wordpress.com/2012/10/09/a%cf%80%cf%8c-%cf%84%ce%bf-%ce%be%ce%ac%cf%86%ce%bd%ce%b9%ce%b1%cf%83%ce%bc%ce%b1-%cf%80%cf%81%ce%bf%cf%82-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%be%ce%ad%ce%bd%ce%bf-%ce%bc%ce%ad%cf%87%cf%81%ce%b9-%cf%84%ce%bf/trackback/

RSS feed for comments on this post.

8 ΣχόλιαΣχολιάστε

  1. Καλή μας φίλη σε χαιρετώ
    Είναι βέβαιο ότι ένα σφίξιμο απέναντι στο ασυνήθιστο, απέναντι σε κάθε πρωτόγνωρο, το έχουμε όχι όλοι οι άνθρωποι αλλά όλοι οι οργανισμοί. Δανειζόμενος ένα όρο από τις βιολογικές επιστήμες θα τολμήσω να το ονομάσω αυτό Αρνητικό Χημειοτροπισμό (ΑΧ).
    Και επίσης είναι γνωστό ότι αν στο χωριό μου οι δυο τελευταίες κλοπές έγιναν από γύφτους ή πρεζόνια τότε όποτε βλέπω γύφτο ή πρεζόνι θα προσέχω αν έκλεισα καλά την πόρτα. Ετούτο είναι ένας μηχανισμός ασφάλειας, αυτοσυντήρισης, δεν ξέρω ποιός όρος είναι ο πιο σωστός.
    Δεδομένου του Α.Χ. δεν μπορούμε από όλα τα άτομα ενός είδους να έχουμε απαιτήσεις. Τα 99 θα αποφύγουν το »αλλόκοτο ον» ενώ το 1 (ο ερευνητής, ο προοδευτικός, ο μαθητευόμενος μάγος της φυλής) θα το πλησιάσει. Παρόμοια για την ασφάλεια θα έλεγα ότι και τα 100 άτομα του είδους φυσιολογικό είναι να προσέχουν.
    Αυτό που βλέπω εγώ ως απαράδεκτο ειδικά στην ελληνική κοινωνία που βλέπω είναι ότι οι έλληνες θεωρούν τη φυλή τους ανώτερη. Και αυτό έχει προκύψει από δύο βασικούς παράγοντες:
    Ο ένας είναι το μέχρι χτες εκπαιδευτικό σύστημα. Όταν π.χ. η θειά μου μιλάει με αποστροφή για τους Βούλγαρους έχει ριζωμένο στο μυαλό της αυτό το μίσος που μας καλλιέργησαν 100 χρόνια πριν. Θα πείτε δεν χύθηκε αίμα; Μα και ετούτο εντάσσεται στην εκπαίδευση. Ποιός το έχυσε το αίμα; Οι λαοί ή τα αφεντικά τους; Στους παλαιοτερους καλλιεργήθηκε ένα τέτοιο μίσος.
    Ο άλλος παράγοντας είναι οι ειδήσεις των Μέσων Μαζικής Προπαγάνδας που βασικό στόχο έχουν »ένα καναρίνι σε κάθε κλουβάκι» αν με εννοείτε.
    Οι δυο αυτοί παράγοντες συμβάλλουν ώστε να γίνομαι αγενής απέναντι στον ξένο διότι τον θεωρώ κατώτερο αλλά και ένοχο εξ αρχής. Αυτά λοιπόν πρέπει να πολεμούμε. Αυτά δεν είναι βιολογία.

    • Πολύ ενδιαφέρον αυτό με τον Αρνητικό Χημειοτροπισμό, παπαγάλε (καλώς σε βρίσκω ή σε ξαναβρίσκω αν είσαι από παλιά θαμών). Το ξεχνάω ότι μερικές φορές είμαστε και σώματα και εντασσόμαστε σε κάτι που λέγεται φύση ή βιολογία. Θαρρώ ωστόσο, και αυτό ήθελα να πω σ’ αυτήν την ανάρτηση, ότι τα διαδραστικά χαρακτηριστικά της βιολογίας εντασσόμενοι στην κοινωνία τα διαχειριζόμαστε. Στο ίδιο πρόβλημα δεν δίνουν όλες οι κοινωνίες την ίδια απάντηση (ιστορικά και γεωγραφικά). Κι αυτό το έχει δείξει πολύ καλά και η ιστορία και η ανθρωπολογία. Το ξάφνιασμα προς το ξένο είναι διαφορετικό, και ο ρατσισμός είναι διαφορετικό (θαρρώ αυτός ο τελευταίος δεν εντάσσεται στη βιολογία).

      Τώρα για το άλλο που λες, θαρρώ πολλοί λαοί φτιάχνουν τους μύθους τους. Ο ελληνικός λαός είναι ένας απ’ αυτούς… Δυστυχώς…

      • παπαγάλε τώρα είδα ποιος είσαι! Πολύ χαίρομαι που πετάς και στην από δω γειτονιά! ελπίζω σύντομα να μου δοθεί η ευκαιρία να πετάξω κι εγώ προς τη δική σου! σε φιλώ

  2. Ενδιαφέρουσα διήγηση. Στην ψυχολογία ο Tajfel με κάποια έξυπνα πειράματα διαπίστωσε αυτό που είδες κι εσύ με τα μωρά. Πως δηλαδή έχουμε «εγγενώς» κάποιες τάσεις που ευνοούν τις διακρίσεις. Δηλαδή από τη στιγμή που θεωρήσουμε πως είμαστε μέλος κάποιας ομάδας (πχ λόγω του ότι ζούμε με κάποια άτομα) τότε βλέπουμε πιο έντονες τις διαφορές με τους «άλλους» και μεγαλύτερες ομοιότητες με τους «δικούς μας». Αυτό δε το εννοώ σαν ένα είδος παρομοίωσης – αλλά κυριολεκτικά βλέπουμε διαφορετικά. Αυτό συμβαίνει ακόμη κι όταν η ομάδα που κατατάσσουμε τον εαυτό μας είναι τελείως αυθαίρετη (ανύπαρκτη)….

    Ο άνθρωπος αυτός είχε κλειστεί σε στρατόπεδο συγκέντρωσης και είχε καταλάβει πως οι βασανιστές ναζί ήταν άνθρωποι σαν κι εμάς. Πολύ περισσότερο όμοιοι με τον καθένα (ανατριχιαστικά ίδιοι), κάτι που ερχόταν σε αντίθεση με τις μέχρι τότε επικρατούσες θεωρίες (περί «αυταρχικής προσωπικότητας» του Αντόρνο).

    • Robopsychologist καλή χρονιά! Δεν απάντησα γιατί δεν είχα κάτι να προσθέσω και γιατί από τότε που γύρισα στον «πρώτο κόσμο» δεν έχω ίντερνετ! Σ’ ευχαριστώ για το σχόλιο!

      • 🙂 Καλή χρονιά!
        Εγώ ευχαριστώ για τα ωραία άρθρα!

  3. […] λεν οι ειδικοί, αν και είναι άλλο πράγμα). Αλλού έλεγα ότι το ξάφνιασμα απέναντι στη διαφορετικότητα […]

  4. […] νικάμπ όπως λένε όσοι θέλουν να κάνουν τους ειδικούς). Αλλού έλεγα ότι το ξάφνιασμα απέναντι στη διαφορετικότητα […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: